Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
hazır
🔉
έτοιμος
🔉
πρόχειρος
🔉
hazır beton
🔉
έτοιμο σκυρόδεμα (το)
🔉
hazır çorba
🔉
έτοιμη σούπα (η)
🔉
hazır değer
🔉
παρούσα αξία (η)
🔉
hazır giyim
🔉
έτοιμο ένδυμα (το)
🔉
prêt-à-porter (το)
🔉
hazır kahve
🔉
στιγμιαίος καφές (ο)
🔉
hazır kıta
🔉
στάση προσοχής (η)
🔉
hazır mama
🔉
έτοιμη τροφή (η)
🔉
hazır ol duruşu
🔉
στάση προσοχής (η)
🔉
hazır para
🔉
μετρητά (τα)
🔉
ρευστό (το)
🔉
hazır yemek
🔉
έτοιμο φαγητό (το)
🔉
hazır yiyici
🔉
τζαμπατζής (ο)
🔉
παρασιτικός (ο)
🔉
hazır yiyicilik
🔉
παρασιτισμός (ο)
🔉
hazırcevap
🔉
ετοιμόλογος
🔉
hazırcevaplık
🔉
ετοιμολογία (η)
🔉
hazırcı
🔉
έτοιμος-καταναλωτής
🔉
ευκαιριακός
🔉
hazırcılık
🔉
ευκαιριασμός (ο)
🔉
hazırlama
🔉
προετοιμασία (η)
🔉
παρασκευή (η)
🔉
hazırlamak
🔉
προετοιμάζω
🔉
παρασκευάζω
🔉
hazırlanabilme
🔉
δυνατότητα προετοιμασίας (η)
🔉
hazırlanabilmek
🔉
μπορώ να προετοιμαστώ
🔉
hazırlanış
🔉
προετοιμασία (η)
🔉
hazırlanma
🔉
προετοιμασία (η)
🔉
hazırlanmak
🔉
προετοιμάζομαι
🔉
hazırlatma
🔉
υπενθύμιση (η)
🔉
προετοιμασία (η)
🔉
hazırlatmak
🔉
βάζω να προετοιμάσει
🔉
υπενθυμίζω
🔉
hazırlattırma
🔉
ανάθεση προετοιμασίας (η)
🔉
hazırlattırmak
🔉
αναθέτω να προετοιμάσουν
🔉
hazırlayabilme
🔉
δυνατότητα προετοιμασίας (η)
🔉
hazırlayabilmek
🔉
μπορώ να προετοιμάσω
🔉
hazırlayış
🔉
προετοιμασία (η)
🔉
hazırlayıverme
🔉
γρήγορη προετοιμασία (η)
🔉
hazırlayıvermek
🔉
ετοιμάζω στο άψε-σβήσε
🔉
hazırlık
🔉
προετοιμασία (η)
🔉
ετοιμασία (η)
🔉
hazırlık çalışması
🔉
προπαρασκευαστική εργασία (η)
🔉
hazırlık devresi
🔉
προπαρασκευαστική φάση (η)
🔉
hazırlık dönemi
🔉
προπαρασκευαστική περίοδος (η)
🔉
hazırlık sınıfı
🔉
προπαρασκευαστική τάξη (η)
🔉
hazırlıklı
🔉
προετοιμασμένος
🔉
hazırlıklılık
🔉
ετοιμότητα (η)
🔉
hazırlıksız
🔉
απροετοίμαστος
🔉
hazırlıksızca
🔉
απροετοίμαστα
🔉
hazırlıksızlık
🔉
απροετοιμασία (η)
🔉
hazırlop
🔉
έτοιμος στο πι και φι
🔉
hazırun
🔉
παρόντες (οι)
🔉
hazırun cetveli
🔉
κατάλογος παρουσιών (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱