Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
hesap
🔉
λογαριασμός (ο)
🔉
υπολογισμός (ο)
🔉
hesap belgesi
🔉
παραστατικό λογαριασμού (το)
🔉
hesap cetveli
🔉
πίνακας υπολογισμών (ο)
🔉
hesap cüzdanı
🔉
βιβλιάριο (το)
🔉
hesap günü
🔉
ημέρα απολογισμού (η)
🔉
hesap işi
🔉
λογιστική εργασία (η)
🔉
hesap kamarası
🔉
ελεγκτικό συνέδριο (το)
🔉
hesap kitap
🔉
λογαριασμοί (οι)
🔉
υπολογισμοί (οι)
🔉
hesap makinesi
🔉
αριθμομηχανή (η)
🔉
hesap özeti
🔉
περίληψη λογαριασμού (η)
🔉
hesap pusulası
🔉
σημείωμα λογαριασμού (το)
🔉
hesap uzmanı
🔉
ειδικός λογιστηρίου (ο)
🔉
ειδικός υπολογισμών (ο)
🔉
hesapça
🔉
με υπολογισμό
🔉
κατά προσέγγιση
🔉
hesapçı
🔉
υπολογιστής (ο)
🔉
λογιστής (ο)
🔉
hesapçılık
🔉
λογιστική (η)
🔉
υπολογιστική (η)
🔉
hesaplama
🔉
υπολογισμός (ο)
🔉
hesaplamak
🔉
υπολογίζω
🔉
λογαριάζω
🔉
hesaplanış
🔉
τρόπος υπολογισμού (ο)
🔉
hesaplanma
🔉
υπολογισμός (ο)
🔉
hesaplanmak
🔉
υπολογίζομαι
🔉
hesaplaşabilme
🔉
δυνατότητα ξεκαθαρίσματος λογαριασμών (η)
🔉
hesaplaşabilmek
🔉
δύναμαι να ξεκαθαρίσω λογαριασμούς
🔉
hesaplaşma
🔉
ξεκαθάρισμα λογαριασμών (το)
🔉
αναμέτρηση (η)
🔉
hesaplaşmak
🔉
ξεκαθαρίζω λογαριασμούς
🔉
αναμετριέμαι
🔉
hesaplatma
🔉
ανάθεση υπολογισμού (η)
🔉
hesaplatmak
🔉
βάζω να υπολογίσουν
🔉
αναθέτω να υπολογιστεί
🔉
hesaplattırma
🔉
ανάθεση υπολογισμού σε τρίτο (η)
🔉
hesaplattırmak
🔉
βάζω να το υπολογίσουν (σε τρίτο)
🔉
hesaplayabilme
🔉
δυνατότητα υπολογισμού (η)
🔉
hesaplayabilmek
🔉
δύναμαι να υπολογίσω
🔉
hesaplayış
🔉
τρόπος υπολογισμού (ο)
🔉
hesaplı
🔉
υπολογισμένος
🔉
οικονομικός
🔉
hesaplıca
🔉
αρκετά οικονομικά
🔉
με υπολογισμό
🔉
hesaplılık
🔉
οικονομία (η)
🔉
υπολογιστικότητα (η)
🔉
hesapsız
🔉
απερίσκεπτος
🔉
αλόγιστος
🔉
αμέτρητος
🔉
hesapsız kitapsız
🔉
χωρίς λογαριασμό και μέτρο
🔉
hesapsızca
🔉
απερίσκεπτα
🔉
αλόγιστα
🔉
hesapsızlık
🔉
απερισκεψία (η)
🔉
αλογιστία (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱