Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
hiç 🔉  

καθόλου 🔉  
τίποτε 🔉  
hiç kimse 🔉  

κανείς (ο/η) 🔉  
hiç yoktan 🔉  

από το πουθενά 🔉  
χωρίς λόγο 🔉  
hicap 🔉  

συστολή (η) 🔉  
ντροπή (η) 🔉  
hicaz 🔉  

Χιτζάζ (το) 🔉  
χιτζάζ (ο) 🔉  
hicazkâr 🔉  

χιτζαζκιάρ (ο) 🔉  
hiçbir 🔉  

κανένας 🔉  
καμία 🔉  
κανένα 🔉  
hiçbiri 🔉  

κανένας (ο) 🔉  
καμία (η) 🔉  
κανένα (το) 🔉  
hiççi 🔉  

μηδενιστής (ο) 🔉  
hiççilik 🔉  

μηδενισμός (ο) 🔉  
hiciv 🔉  

σάτιρα (η) 🔉  
σκωπτικό ποίημα (το) 🔉  
hiçleme 🔉  

μηδενισμός (ο) 🔉  
απαξίωση (η) 🔉  
hiçlemek 🔉  

μηδενίζω 🔉  
απαξιώνω 🔉  
hiçleştirme 🔉  

μηδενισμός (ο) 🔉  
εκμηδένιση (η) 🔉  
hiçleştirmek 🔉  

μηδενίζω 🔉  
εκμηδενίζω 🔉  
hiçlik 🔉  

μηδαμινότητα (η) 🔉  
ανυπαρξία (η) 🔉  
hicran 🔉  

καημός (ο) 🔉  
νοσταλγία (η) 🔉  
χωρισμός (ο) 🔉  
hicret 🔉  

Εγίρα (η) 🔉  
μετοικεσία (η) 🔉  
hicri 🔉  

εγερι(ανός) 🔉  
ισλαμικός 🔉  
hicri takvim 🔉  

εγεριανό ημερολόγιο (το) 🔉  
ισλαμικό ημερολόγιο (το) 🔉  
hicri tarih 🔉  

εγεριανή χρονολογία (η) 🔉  
hiçten 🔉  

από το τίποτα 🔉  
hicvedebilme 🔉  

δυνατότητα σατιρισμού (η) 🔉  
hicvedebilmek 🔉  

μπορώ να σατιρίσω 🔉  
hicvediş 🔉  

σατιρισμός (ο) 🔉  
hicvetme 🔉  

σατιρισμός (ο) 🔉  
hicvetmek 🔉  

σατιρίζω 🔉  
σκώπτω 🔉  
hicviye 🔉  

σατιρικό ποίημα (το) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱