Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
hisse 🔉  

μερίδιο (το) 🔉  
μετοχή (η) 🔉  
hisse senedi 🔉  

μετοχή (η) 🔉  
hissedar 🔉  

μέτοχος (ο) 🔉  
hissedarlık 🔉  

μετοχικότητα (η) 🔉  
hissedebilme 🔉  

δυνατότητα αίσθησης (η) 🔉  
hissedebilmek 🔉  

μπορώ να αισθανθώ 🔉  
hissedilebilme 🔉  

δυνατότητα να γίνει αισθητό (η) 🔉  
hissedilebilmek 🔉  

μπορεί να γίνει αισθητό 🔉  
hissedilme 🔉  

αίσθηση (η) 🔉  
hissedilmek 🔉  

αισθάνομαι 🔉  
γίνεται αισθητό 🔉  
hissediş 🔉  

αίσθηση (η) 🔉  
hisseişayia 🔉  

εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα (η) 🔉  
hisseli 🔉  

με μερίδιο 🔉  
μετοχικός 🔉  
hissesiz 🔉  

χωρίς μερίδιο 🔉  
χωρίς μετοχές 🔉  
hisset 🔉  

αισθάνσου 🔉  
hissetme 🔉  

αίσθηση (η) 🔉  
hissetmek 🔉  

αισθάνομαι 🔉  
νιώθω 🔉  
hissettirebilme 🔉  

δυνατότητα να κάνει να αισθανθεί (η) 🔉  
hissettirebilmek 🔉  

μπορώ να κάνω να αισθανθεί 🔉  
hissettiriş 🔉  

πρόκληση αίσθησης (η) 🔉  
hissettirme 🔉  

πρόκληση αίσθησης (η) 🔉  
hissettirmek 🔉  

κάνω να αισθανθεί 🔉  
προκαλώ αίσθηση 🔉  
hissettirtme 🔉  

πρόκληση αίσθησης (η) 🔉  
hissettirtmek 🔉  

κάνω να προκαλέσει αίσθηση 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱