Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
huy
🔉
χαρακτήρας (ο)
🔉
ιδιοσυγκρασία (η)
🔉
συνήθεια (η)
🔉
huylandırma
🔉
εκνευρισμός (ο)
🔉
πρόκληση ιδιοτροπίας (η)
🔉
huylandırmak
🔉
εκνευρίζω
🔉
κάνω ιδιότροπο
🔉
huylanış
🔉
εκνευρισμός (ο)
🔉
ιδιοτροπία (η)
🔉
huylanma
🔉
εκνευρισμός (ο)
🔉
ιδιοτροπία (η)
🔉
huylanmak
🔉
εκνευρίζομαι
🔉
γίνομαι ιδιότροπος
🔉
huylu
🔉
με χαρακτήρα
🔉
ιδιότροπος
🔉
huyluluk
🔉
ιδιοτροπία (η)
🔉
ιδιοσυγκρασία (η)
🔉
huysuz
🔉
δύστροπος
🔉
γκρινιάρης
🔉
ιδιότροπος
🔉
huysuzca
🔉
δύστροπα
🔉
γκρινιάρικα
🔉
huysuzlanış
🔉
γκρίνια (η)
🔉
δυστροπία (η)
🔉
huysuzlanma
🔉
γκρίνια (η)
🔉
δυστροπία (η)
🔉
huysuzlanmak
🔉
γκρινιάζω
🔉
γίνομαι δύστροπος
🔉
huysuzlaşıverme
🔉
ξαφνική δυστροπία (η)
🔉
ξαφνική γκρίνια (η)
🔉
huysuzlaşıvermek
🔉
γίνομαι ξαφνικά δύστροπος
🔉
αρχίζω ξαφνικά να γκρινιάζω
🔉
huysuzlaşma
🔉
δυστροπία (η)
🔉
γκρίνια (η)
🔉
huysuzlaşmak
🔉
γίνομαι δύστροπος
🔉
γίνομαι γκρινιάρης
🔉
huysuzluk
🔉
δυστροπία (η)
🔉
γκρίνια (η)
🔉
ιδιοτροπία (η)
🔉
Hüyük
🔉
Χιουγιούκ (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱