Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
 🔉  

εσωτερικό (το) 🔉  
μέσα (τα) 🔉  
iç acısı 🔉  

πόνος (ο) ψυχής 🔉  
θλίψη (η) 🔉  
iç ağ 🔉  

εσωτερικό δίκτυο (το) 🔉  
iç ağa 🔉  

εσωτερικός αγάς (ο) 🔉  
iç asalak 🔉  

ενδοπαράσιτο (το) 🔉  
iç badem 🔉  

ψίχα αμυγδάλου (η) 🔉  
iç bakla 🔉  

ψίχα κουκιού (η) 🔉  
iç barış 🔉  

εσωτερική ειρήνη (η) 🔉  
iç başkalaşım 🔉  

ενδομεταμόρφωση (η) 🔉  
iç bellek 🔉  

εσωτερική μνήμη (η) 🔉  
iç bölge 🔉  

ενδοχώρα (η) 🔉  
εσωτερική περιοχή (η) 🔉  
iç borç 🔉  

εσωτερικό χρέος (το) 🔉  
iç borçlanma 🔉  

εσωτερικός δανεισμός (ο) 🔉  
iç bulantısı 🔉  

ναυτία (η) 🔉  
iç burukluğu 🔉  

πίκρα (η) ψυχής 🔉  
εσωτερική πικρία (η) 🔉  
iç çamaşırı 🔉  

εσώρουχο (το) 🔉  
iç cep 🔉  

εσωτερική τσέπη (η) 🔉  
iç çokgen 🔉  

εγγεγραμμένο πολύγωνο (το) 🔉  
iç cümle 🔉  

ενδοπροτασιακή πρόταση (η) 🔉  
παρενθετική πρόταση (η) 🔉  
iç denetçi 🔉  

εσωτερικός ελεγκτής (ο) 🔉  
iç denetçilik 🔉  

εσωτερικός έλεγχος (ο) 🔉  
iç denetim 🔉  

εσωτερικός έλεγχος (ο) 🔉  
iç denge 🔉  

εσωτερική ισορροπία (η) 🔉  
iç deniz 🔉  

εσωτερική θάλασσα (η) 🔉  
iç deri 🔉  

εσωτερικό δέρμα (το) 🔉  
χόριο (το) 🔉  
iç donu 🔉  

εσώβρακο (το) 🔉  
iç dünya 🔉  

εσωτερικός κόσμος (ο) 🔉  
iç ek 🔉  

εσωτερικό επίθημα (το) 🔉  
ενδοπρόθημα (το) 🔉  
iç etek 🔉  

μεσοφόρι (το) 🔉  
iç evlilik 🔉  

ενδογαμία (η) 🔉  
iç gezegen 🔉  

εσωτερικός πλανήτης (ο) 🔉  
iç göbek 🔉  

ψίχα (η) 🔉  
εσωτερικός πυρήνας (ο) 🔉  
iç göç 🔉  

εσωτερική μετανάστευση (η) 🔉  
iç görüm 🔉  

ενδοσκόπηση (η) 🔉  
iç görümlü 🔉  

διορατικός 🔉  
ενόρατος 🔉  
iç güveyi 🔉  

γαμπρός (ο) που μένει στο σπίτι της νύφης 🔉  
iç güveyilik 🔉  

συνοικίαση (η) γαμπρού στο σπίτι της νύφης 🔉  
iç güveyisi 🔉  

γαμπρός (ο) που μένει στο σπίτι της νύφης 🔉  
iç harp 🔉  

εμφύλιος πόλεμος (ο) 🔉  
iç hastalıkları 🔉  

παθολογία (η) 🔉  
εσωτερική ιατρική (η) 🔉  
iç hastalıkları uzmanı 🔉  

παθολόγος (ο) 🔉  
ειδικός εσωτερικής ιατρικής (ο) 🔉  
iç hat 🔉  

εσωτερική γραμμή (η) 🔉  
iç hatlar 🔉  

εσωτερικές γραμμές (οι) 🔉  
iç içe 🔉  

αλληλένδετος 🔉  
ο ένας μέσα στον άλλον 🔉  
iç içelik 🔉  

αλληλοδιείσδυση (η) 🔉  
αλληλένδεση (η) 🔉  
iç işleri 🔉  

εσωτερικές υποθέσεις (οι) 🔉  
iç itim 🔉  

εσωτερική ώθηση (η) 🔉  
iç itme 🔉  

εσωτερική ώθηση (η) 🔉  
iç itmek 🔉  

ωθώ από μέσα 🔉  
σπρώχνω προς τα μέσα 🔉  
iç ısı 🔉  

εσωτερική θερμότητα (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱