Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
iştah
🔉
όρεξη (η)
🔉
επιθυμία (η)
🔉
iştahla
🔉
με όρεξη
🔉
με λαιμαργία
🔉
iştahlandırma
🔉
διέγερση της όρεξης (η)
🔉
iştahlandırmak
🔉
διεγείρω την όρεξη
🔉
ανοίγω την όρεξη
🔉
iştahlanma
🔉
άνοιγμα της όρεξης (το)
🔉
iştahlanmak
🔉
ανοίγει η όρεξή μου
🔉
αποκτώ όρεξη
🔉
iştahlı
🔉
ορεξάτος
🔉
λαίμαργος
🔉
iştahlıca
🔉
με όρεξη
🔉
λαίμαργα
🔉
iştahlılık
🔉
ορεξιά (η)
🔉
λαιμαργία (η)
🔉
iştahsız
🔉
άορεκτος
🔉
iştahsızca
🔉
χωρίς όρεξη
🔉
iştahsızlık
🔉
ανορεξία (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱