Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
ilaç 🔉  

φάρμακο (το) 🔉  
ιατρικό (το) 🔉  
ilaç bilimi 🔉  

φαρμακολογία (η) 🔉  
ilaçlama 🔉  

ψεκασμός (ο) 🔉  
φαρμακευτική αγωγή (η) 🔉  
ilaçlamak 🔉  

ψεκάζω 🔉  
χορηγώ φάρμακο 🔉  
ilaçlanış 🔉  

φαρμακευτική αγωγή (η) 🔉  
ψεκασμός (ο) 🔉  
ilaçlanma 🔉  

φαρμακευτική αγωγή (η) 🔉  
ψεκασμός (ο) 🔉  
ilaçlanmak 🔉  

λαμβάνω φάρμακο 🔉  
ψεκάζομαι 🔉  
ilaçlı 🔉  

φαρμακευμένος 🔉  
με φάρμακο 🔉  
ilaçlık 🔉  

φαρμακευτικός 🔉  
για φάρμακο 🔉  
ilaçsız 🔉  

χωρίς φάρμακο 🔉  
ilaçsızlık 🔉  

έλλειψη φαρμάκων (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱