Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
ilgi
🔉
ενδιαφέρον (το)
🔉
σχέση (η)
🔉
ilgi alanı
🔉
πεδίο ενδιαφέροντος (το)
🔉
ilgi çekici
🔉
ενδιαφέρων
🔉
ελκυστικός
🔉
ilgi çekicilik
🔉
ελκυστικότητα (η)
🔉
ενδιαφέρον (το)
🔉
ilgi eki
🔉
κτητική κατάληξη (η)
🔉
ilgileme
🔉
συσχέτιση (η)
🔉
σύνδεση (η)
🔉
ilgilemek
🔉
συσχετίζω
🔉
συνδέω
🔉
ilgilendirebilme
🔉
δυνατότητα ενδιαφέροντος/ενδιαφέρουσας απασχόλησης (η)
🔉
ilgilendirebilmek
🔉
μπορώ να ενδιαφέρω
🔉
μπορώ να απασχολήσω
🔉
ilgilendiriş
🔉
ενημέρωση (η)
🔉
παραπομπή (η)
🔉
ilgilendirme
🔉
ενημέρωση (η)
🔉
ενδιαφέρον/ενεργοποίηση (το)
🔉
ilgilendirmek
🔉
ενημερώνω
🔉
ενδιαφέρω
🔉
ilgilenebilme
🔉
δυνατότητα ενασχόλησης (η)
🔉
ilgilenebilmek
🔉
μπορώ να ασχοληθώ
🔉
ilgileniş
🔉
ενασχόληση (η)
🔉
ενδιαφέρον (το)
🔉
ilgilenme
🔉
ενασχόληση (η)
🔉
ενδιαφέρον (το)
🔉
ilgilenmek
🔉
ενδιαφέρομαι
🔉
ασχολούμαι
🔉
ilgili
🔉
σχετικός
🔉
ενδιαφερόμενος
🔉
ilgililik
🔉
συνάφεια (η)
🔉
σχετικότητα (η)
🔉
ilginç
🔉
ενδιαφέρων
🔉
αξιοπερίεργος
🔉
ilginçleşme
🔉
καθίσταμαι ενδιαφέρων (το)
🔉
ενδιαφεροποίηση (η)
🔉
ilginçleşmek
🔉
καθίσταμαι ενδιαφέρων
🔉
γίνομαι αξιοπερίεργος
🔉
ilginçlik
🔉
ενδιαφέρον (το)
🔉
αξιοπερίεργο (το)
🔉
ilgisiz
🔉
αδιάφορος
🔉
άσχετος
🔉
ilgisizce
🔉
αδιάφορα
🔉
ασχέτως
🔉
ilgisizcesine
🔉
αδιάφορα
🔉
σαν να μην τον/την αφορά
🔉
ilgisizlik
🔉
αδιαφορία (η)
🔉
ασχετοσύνη (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱