Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
ilk
🔉
πρώτος
🔉
αρχικός
🔉
πρωταρχικός
🔉
ilk adım
🔉
πρώτο βήμα (το)
🔉
ilk ağızda
🔉
εξαρχής
🔉
με την πρώτη
🔉
ilk ağızdan
🔉
από πρώτο χέρι
🔉
ilk bakışta
🔉
με την πρώτη ματιά
🔉
İlk Çağ
🔉
Αρχαιότητα (η)
🔉
Αρχαία Εποχή (η)
🔉
ilk çeyrek
🔉
πρώτο τέταρτο (το)
🔉
ilk devre
🔉
πρώτη περίοδος (η)
🔉
πρώτο στάδιο (το)
🔉
ilk dördün
🔉
πρώτο τέταρτο (το)
🔉
ilk elden
🔉
από πρώτο χέρι
🔉
ilk gençlik
🔉
πρώιμη νεότητα (η)
🔉
εφηβεία (η)
🔉
ilk gösteri
🔉
πρώτη παράσταση (η)
🔉
πρεμιέρα (η)
🔉
ilk göz ağrısı
🔉
πρωτότοκος (ο)
🔉
πρωτότοκη (η)
🔉
πρώτο παιδί (το)
🔉
ilk kânun
🔉
Δεκέμβριος (ο)
🔉
ilk mektep
🔉
δημοτικό σχολείο (το)
🔉
ilk önce
🔉
πρώτα
🔉
κατ’ αρχάς
🔉
ilk örnek
🔉
πρώτο δείγμα (το)
🔉
πρωτότυπο (το)
🔉
ilk planda
🔉
σε πρώτο πλάνο
🔉
πρωτίστως
🔉
ilk sezi
🔉
πρώτη διαίσθηση (η)
🔉
ilk tasarım
🔉
αρχικό σχέδιο (το)
🔉
προσχέδιο (το)
🔉
ilk teşrin
🔉
Οκτώβριος (ο)
🔉
ilk yardım
🔉
πρώτες βοήθειες (οι)
🔉
ilk yardım çantası
🔉
φαρμακείο πρώτων βοηθειών (το)
🔉
ilk yardım hastanesi
🔉
νοσοκομείο πρώτων βοηθειών (το)
🔉
σταθμός πρώτων βοηθειών (ο)
🔉
ilk yarı
🔉
πρώτο ημίχρονο (το)
🔉
πρώτο μισό (το)
🔉
İlkadım
🔉
Ιλκαντίμ (τοπωνύμιο) (το)
🔉
ilkah
🔉
πρώτη φορά (η)
🔉
ilkbahar
🔉
άνοιξη (η)
🔉
ilkbahar noktası
🔉
εαρινό σημείο (το)
🔉
εαρινή ισημερία (η)
🔉
ilke
🔉
αρχή (η)
🔉
θεμελιώδης αρχή (η)
🔉
ilkeci
🔉
αρχιστής
🔉
ilkecilik
🔉
αρχισμός (ο)
🔉
ilkel
🔉
πρωτόγονος
🔉
πρωτογενής
🔉
στοιχειώδης
🔉
ilkel memeliler
🔉
πρωτόγονα θηλαστικά (τα)
🔉
ilkel toplum
🔉
πρωτόγονη κοινωνία (η)
🔉
ilkelce
🔉
πρωτόγονα
🔉
με πρωτόγονο τρόπο
🔉
ilkelci
🔉
πρωτογονιστής
🔉
ilkelcilik
🔉
πρωτογονισμός (ο)
🔉
ilkeleşme
🔉
εκπρωτογόνιση (η)
🔉
εκβαρβάρωση (η)
🔉
ilkeleşmek
🔉
εκπρωτογονίζομαι
🔉
εκβαρβαρώνομαι
🔉
ilkeleştirme
🔉
εκπρωτογόνιση (η)
🔉
εκβαρβάρωση (η)
🔉
ilkeleştirmek
🔉
εκπρωτογονίζω
🔉
εκβαρβαρώνω
🔉
ilkelleşme
🔉
εκπρωτογόνιση (η)
🔉
εκβαρβάρωση (η)
🔉
ilkelleşmek
🔉
εκπρωτογονίζομαι
🔉
εκβαρβαρώνομαι
🔉
ilkelleştirme
🔉
εκπρωτογόνιση (η)
🔉
εκβαρβάρωση (η)
🔉
ilkelleştirmek
🔉
εκπρωτογονίζω
🔉
εκβαρβαρώνω
🔉
ilkellik
🔉
πρωτογονισμός (ο)
🔉
πρωτογονότητα (η)
🔉
ilkesel
🔉
αρχιακός
🔉
αρχικός
🔉
κατ’ αρχήν
🔉
ilkesellik
🔉
αρχιακότητα (η)
🔉
κατ’ αρχήν χαρακτήρας (ο)
🔉
ilkgüz
🔉
πρώιμο φθινόπωρο (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱