Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
imkânsız 🔉  

αδύνατος 🔉  
ανέφικτος 🔉  
imkânsızca 🔉  

αδύνατα 🔉  
ανέφικτα 🔉  
imkânsızlaşma 🔉  

καθίσταμαι ανέφικτος (η) 🔉  
αδυνατοποίηση (η) 🔉  
imkânsızlaşmak 🔉  

καθίσταμαι ανέφικτος 🔉  
αδυνατοποιούμαι 🔉  
imkânsızlaştırma 🔉  

αδυνατοποίηση (η) 🔉  
καθιστώ ανέφικτο (η) 🔉  
imkânsızlaştırmak 🔉  

καθιστώ ανέφικτο 🔉  
αδυνατοποιώ 🔉  
imkânsızlık 🔉  

αδυναμία (η) 🔉  
ανεφικτότητα (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱