Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
In
🔉
Ιν (το)
🔉
in
🔉
σπηλιά (η)
🔉
φωλιά (η)
🔉
άντρο (το)
🔉
inadına
🔉
επίτηδες
🔉
από πείσμα
🔉
inak
🔉
υπηρέτης (ο)
🔉
ακόλουθος (ο)
🔉
inakçı
🔉
πεισματάρης
🔉
inakçılık
🔉
πείσμα (το)
🔉
ισχυρογνωμοσύνη (η)
🔉
inaksal
🔉
πεισματικός
🔉
ισχυρογνωμονικός
🔉
inal
🔉
Ινάλ (κύριο όνομα) (ο)
🔉
inam
🔉
δώρο (το)
🔉
φιλοδώρημα (το)
🔉
inan
🔉
Ινάν (κύριο όνομα) (ο)
🔉
inanabilme
🔉
δυνατότητα να πιστέψει (η)
🔉
inanabilmek
🔉
δύναμαι να πιστέψω
🔉
inanç
🔉
πίστη (η)
🔉
πεποίθηση (η)
🔉
δοξασία (η)
🔉
inanca
🔉
κατά την πίστη
🔉
κατά την πεποίθηση
🔉
inancı
🔉
πιστός (ο)
🔉
οπαδός (ο)
🔉
inancılık
🔉
δοξασία (η)
🔉
θρησκευτική πίστη (η)
🔉
inançlı
🔉
πιστός
🔉
πεπεισμένος
🔉
inançlıca
🔉
με πίστη
🔉
πεπεισμένα
🔉
inançlılık
🔉
πίστη (η)
🔉
πεποίθηση (η)
🔉
inançsız
🔉
άπιστος
🔉
δύσπιστος
🔉
inançsızca
🔉
άπιστα
🔉
δύσπιστα
🔉
inançsızlık
🔉
απιστία (η)
🔉
δυσπιστία (η)
🔉
inandırabilme
🔉
δυνατότητα πειθούς (η)
🔉
inandırabilmek
🔉
μπορώ να πείσω
🔉
inandırıcı
🔉
πειστικός
🔉
πειστικό
🔉
inandırıcılık
🔉
πειστικότητα (η)
🔉
inandırılma
🔉
πειθώ (η)
🔉
πεισμός (ο)
🔉
inandırılmak
🔉
πείθομαι
🔉
inandırıverme
🔉
άμεση πειθώ (η)
🔉
inandırıvermek
🔉
πείθω αμέσως
🔉
inandırma
🔉
πειθώ (η)
🔉
πεισμός (ο)
🔉
inandırmak
🔉
πείθω
🔉
inanılma
🔉
πίστη (η)
🔉
αποδοχή (η)
🔉
inanılmak
🔉
πιστεύομαι
🔉
γίνομαι πιστευτός
🔉
inanılmaz
🔉
απίστευτος
🔉
απίστευτο
🔉
inanılmazlık
🔉
απιθανότητα (η)
🔉
απίστευτο (το)
🔉
inanırlık
🔉
πιστευτότητα (η)
🔉
inanış
🔉
πίστη (η)
🔉
πεποίθηση (η)
🔉
inanıverme
🔉
άμεση πίστη (η)
🔉
inanıvermek
🔉
πιστεύω αμέσως
🔉
inanlı
🔉
πιστός
🔉
πιστή
🔉
πιστό
🔉
inanma
🔉
πίστη (η)
🔉
inanmak
🔉
πιστεύω
🔉
inanmamazlık
🔉
άρνηση πίστης (η)
🔉
απιστία (η)
🔉
inanmazlık
🔉
απιστία (η)
🔉
inansız
🔉
άπιστος
🔉
άπιστη
🔉
άπιστο
🔉
inansızlık
🔉
απιστία (η)
🔉
inat
🔉
πείσμα (το)
🔉
ισχυρογνωμοσύνη (η)
🔉
inatçı
🔉
πεισματάρης
🔉
πεισματάρα
🔉
πεισματάρικο
🔉
inatçı keçi
🔉
πεισματάρα κατσίκα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱