Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
iplik 🔉  

νήμα (το) 🔉  
κλωστή (η) 🔉  
iplik iplik 🔉  

σε κλωστές 🔉  
κομμάτια-κομμάτια 🔉  
iplik kurdu 🔉  

νηματώδης σκώληκας (ο) 🔉  
iplik solucanlar 🔉  

νηματώδεις (οι) 🔉  
iplikçi 🔉  

νηματέμπορος (ο) 🔉  
κλωστοϋφαντουργός (ο) 🔉  
iplikçilik 🔉  

νηματεμπορία (η) 🔉  
κλωστοϋφαντουργία (η) 🔉  
iplikhane 🔉  

νηματουργείο (το) 🔉  
κλωστήριο (το) 🔉  
ipliklenme 🔉  

νηματοποίηση (η) 🔉  
δημιουργία ινών (η) 🔉  
ipliklenmek 🔉  

νηματοποιούμαι 🔉  
ινώνομαι 🔉  
ipliksi 🔉  

νηματοειδής 🔉  
ινώδης 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱