Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
iyi
🔉
καλός
🔉
αγαθός
🔉
ευχάριστος
🔉
iyi gün
🔉
καλή μέρα (η)
🔉
ευτυχισμένη μέρα (η)
🔉
iyi gün dostu
🔉
φίλος των καλών ημερών (ο)
🔉
iyi hâl
🔉
καλή διαγωγή (η)
🔉
καλή κατάσταση (η)
🔉
iyi hâl belgesi
🔉
πιστοποιητικό καλής διαγωγής (το)
🔉
iyi huylu
🔉
καλοκάγαθος
🔉
καλότροπος
🔉
iyi huyluluk
🔉
καλοσύνη (η)
🔉
καλοτροπία (η)
🔉
iyi kalpli
🔉
καλόκαρδος
🔉
iyi kalplilik
🔉
καλοκαρδία (η)
🔉
iyi kötü
🔉
πάνω κάτω
🔉
έτσι κι έτσι
🔉
iyi niyet
🔉
καλή πίστη (η)
🔉
καλή πρόθεση (η)
🔉
iyi niyetli
🔉
καλοπροαίρετος
🔉
καλόπιστος
🔉
iyi niyetlilik
🔉
καλοπροαίρεση (η)
🔉
καλή πίστη (η)
🔉
iyi yürekli
🔉
καλόψυχος
🔉
iyi yüreklilik
🔉
καλοψυχία (η)
🔉
iyice
🔉
καλά
🔉
εντελώς
🔉
αρκετά
🔉
iyicene
🔉
πολύ καλά
🔉
εντελώς
🔉
iyicil
🔉
αγαθοποιός
🔉
ευεργετικός
🔉
iyicillik
🔉
αγαθοποιία (η)
🔉
ευεργετικότητα (η)
🔉
iyiden iyiye
🔉
ολοένα και περισσότερο
🔉
σε βάθος
🔉
εντελώς
🔉
İyidere
🔉
Ιγιντερέ (το)
🔉
iyileşme
🔉
ανάρρωση (η)
🔉
βελτίωση (η)
🔉
iyileşmek
🔉
αναρρώνω
🔉
βελτιώνομαι
🔉
iyileştirebilme
🔉
δυνατότητα βελτίωσης (η)
🔉
δυνατότητα θεραπείας (η)
🔉
iyileştirebilmek
🔉
μπορώ να βελτιώσω
🔉
δύναμαι να θεραπεύσω
🔉
iyileştirme
🔉
βελτίωση (η)
🔉
θεραπεία (η)
🔉
αποκατάσταση (η)
🔉
iyileştirmek
🔉
βελτιώνω
🔉
θεραπεύω
🔉
αποκαθιστώ
🔉
iyilik
🔉
καλοσύνη (η)
🔉
αγαθοεργία (η)
🔉
ευεργεσία (η)
🔉
iyilik güzellik
🔉
όλα καλά
🔉
καλοσύνη και ομορφιά (η)
🔉
iyilik perisi
🔉
νεράιδα της καλοσύνης (η)
🔉
iyilik sağlık
🔉
όλα καλά, υγεία (η)
🔉
iyilikbilir
🔉
ευγνώμων
🔉
iyilikbilirlik
🔉
ευγνωμοσύνη (η)
🔉
iyilikbilmez
🔉
αχάριστος
🔉
iyilikbilmezlik
🔉
αχαριστία (η)
🔉
iyilikçi
🔉
αγαθοεργός
🔉
φιλάνθρωπος
🔉
iyilikçilik
🔉
φιλανθρωπία (η)
🔉
αγαθοεργία (η)
🔉
iyilikle
🔉
με καλοσύνη
🔉
ευμενώς
🔉
iyiliksever
🔉
ευεργέτης (ο)
🔉
φιλάνθρωπος (ο)
🔉
iyilikseverlik
🔉
ευεργεσία (η)
🔉
φιλανθρωπία (η)
🔉
iyimser
🔉
αισιόδοξος
🔉
iyimserlik
🔉
αισιοδοξία (η)
🔉
iyisiyle kötüsüyle
🔉
με τα καλά και τα κακά του
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱