Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
kok
🔉
κοκ (ο)
🔉
kök
🔉
ρίζα (η)
🔉
ρίζωμα (το)
🔉
καταγωγή (η)
🔉
ριζικό (το)
🔉
kök bacaklılar
🔉
ριζόποδα (τα)
🔉
kök bilgisi
🔉
ετυμολογία (η)
🔉
kök boyası
🔉
ριζάρι (το)
🔉
kök doğrayıcısı
🔉
τεμαχιστής ριζών (ο)
🔉
kök hücre
🔉
βλαστοκύτταρο (το)
🔉
kök işareti
🔉
σύμβολο ρίζας (το)
🔉
kök kaplama
🔉
επένδυση ρίζας (η)
🔉
kök kırmızısı
🔉
ριζάρι (το)
🔉
ερυθρό ριζαριού (το)
🔉
kok kömürü
🔉
κοκ (ο)
🔉
οπτάνθρακας (ο)
🔉
kök kurdu
🔉
σκουλήκι ρίζας (το)
🔉
kök mantar
🔉
μυκόρριζα (η)
🔉
kök örnek
🔉
ριζικό παράδειγμα (το)
🔉
kök sap
🔉
ρίζωμα (το)
🔉
kök saplı
🔉
ριζωματώδης (adj.)
🔉
koka
🔉
κόκα (η)
🔉
kokabilme
🔉
δυνατότητα οσμής (η)
🔉
kokabilmek
🔉
μυρίζω
🔉
οσφραίνομαι
🔉
kokain
🔉
κοκαΐνη (η)
🔉
kokainci
🔉
κοκαϊνοπώλης (ο)
🔉
κοκαϊνομανής
🔉
kokaincilik
🔉
εμπορία κοκαΐνης (η)
🔉
κοκαϊνομανία (η)
🔉
kokainman
🔉
κοκαϊνομανής
🔉
kokainomani
🔉
κοκαϊνομανία (η)
🔉
kokak
🔉
κοκάκ (ο)
🔉
kokak ağaç
🔉
δέντρο κοκάκ (το)
🔉
kokar ağaç
🔉
βρωμόδεντρο (το)
🔉
kokarca
🔉
σκουνκ (το)
🔉
kokart
🔉
κοκάρδα (η)
🔉
kokartlı
🔉
με κοκάρδα
🔉
kokartsız
🔉
χωρίς κοκάρδα
🔉
kökboyası
🔉
ριζάρι (το)
🔉
kökboyasıgiller
🔉
ρουβιοειδή (τα)
🔉
kökçü
🔉
ριζοσπάστης (ο)
🔉
kökçük
🔉
ριζίδιο (το)
🔉
ριζίσκος (ο)
🔉
kökçülük
🔉
ριζοσπαστισμός (ο)
🔉
köken
🔉
προέλευση (η)
🔉
καταγωγή (η)
🔉
ρίζα (η)
🔉
köken belgesi
🔉
πιστοποιητικό καταγωγής (το)
🔉
köken bilgisi
🔉
ετυμολογία (η)
🔉
köken bilimci
🔉
ετυμολόγος (ο)
🔉
köken bilimi
🔉
ετυμολογία (η)
🔉
köken bilimsel
🔉
ετυμολογικός (adj.)
🔉
kökenlenme
🔉
προέλευση (η)
🔉
γένεση (η)
🔉
kökenlenmek
🔉
προέρχομαι
🔉
ανάγομαι
🔉
kökenli
🔉
καταγόμενος (adj.)
🔉
προερχόμενος (adj.)
🔉
kökensel
🔉
γενετικός (adj.)
🔉
καταγωγικός (adj.)
🔉
kökensiz
🔉
χωρίς καταγωγή (adj.)
🔉
άνευ προελεύσεως (adj.)
🔉
kökensizlik
🔉
έλλειψη καταγωγής (η)
🔉
ανυπαρξία προελεύσεως (η)
🔉
kökertme
🔉
ριζοβολία (η)
🔉
kökertmek
🔉
ριζώνω
🔉
κάνω να ριζώσει
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱