Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
köken
🔉
προέλευση (η)
🔉
καταγωγή (η)
🔉
ρίζα (η)
🔉
köken belgesi
🔉
πιστοποιητικό καταγωγής (το)
🔉
köken bilgisi
🔉
ετυμολογία (η)
🔉
köken bilimci
🔉
ετυμολόγος (ο)
🔉
köken bilimi
🔉
ετυμολογία (η)
🔉
köken bilimsel
🔉
ετυμολογικός (adj.)
🔉
kökenlenme
🔉
προέλευση (η)
🔉
γένεση (η)
🔉
kökenlenmek
🔉
προέρχομαι
🔉
ανάγομαι
🔉
kökenli
🔉
καταγόμενος (adj.)
🔉
προερχόμενος (adj.)
🔉
kökensel
🔉
γενετικός (adj.)
🔉
καταγωγικός (adj.)
🔉
kökensiz
🔉
χωρίς καταγωγή (adj.)
🔉
άνευ προελεύσεως (adj.)
🔉
kökensizlik
🔉
έλλειψη καταγωγής (η)
🔉
ανυπαρξία προελεύσεως (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱