Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
köklü 🔉  

ριζωμένος (adj.) 🔉  
παλαιός (adj.) 🔉  
με βαθιές ρίζες (adj.) 🔉  
köklü aile 🔉  

παλαιά οικογένεια (η) 🔉  
οικογένεια με ρίζες (η) 🔉  
köklülük 🔉  

ριζωμένη κατάσταση (η) 🔉  
παλαιότητα (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱