Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
köprü
🔉
γέφυρα (η)
🔉
köprü üstü
🔉
κατάστρωμα γέφυρας (το)
🔉
köprü yol
🔉
οδός γέφυρας (η)
🔉
köprüaltı çocuğu
🔉
παιδί του δρόμου (το)
🔉
köprübaşı
🔉
γεφυρόπλατα (τα)
🔉
άκρο γέφυρας (το)
🔉
Köprübaşı
🔉
Κιοπρουμπασί (τοπωνύμιο) (το)
🔉
köprücü
🔉
γεφυροποιός (ο)
🔉
köprücük
🔉
μικρή γέφυρα (η)
🔉
köprücük kemiği
🔉
κλείδα (η)
🔉
köprücülük
🔉
γεφυροποιία (η)
🔉
Köprüköy
🔉
Κιοπρουκιόι (τοπωνύμιο) (το)
🔉
köprüleme
🔉
γεφύρωση (η)
🔉
köprüleme ameliyatı
🔉
επέμβαση bypass (η)
🔉
köprüleniş
🔉
γεφύρωση (η)
🔉
köprülenme
🔉
γεφύρωση (η)
🔉
köprülenmek
🔉
γεφυρώνομαι
🔉
köprülü
🔉
με γέφυρα (adj.)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱