Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
körük 🔉  

φυσερό (το) 🔉  
φυσούνα (η) 🔉  
koruk 🔉  

άγουρο σταφύλι (το) 🔉  
koruk lüferi 🔉  

λούτσος (ο) 🔉  
koruk şerbeti 🔉  

σερμπέτι αγουρόζουμου (το) 🔉  
koruk suyu 🔉  

αγουρόζουμο (το) 🔉  
körükçü 🔉  

φυσεράς (ο) 🔉  
körükçülük 🔉  

επάγγελμα φυσερά (το) 🔉  
körükleme 🔉  

υποκίνηση (η) 🔉  
υποδαύλιση (η) 🔉  
körüklemek 🔉  

υποκινώ 🔉  
υποδαυλίζω 🔉  
körüklenme 🔉  

υποκίνηση (η) 🔉  
υποδαύλιση (η) 🔉  
körüklenmek 🔉  

υποκινείται 🔉  
υποδαυλίζεται 🔉  
körükleyebilme 🔉  

δυνατότητα υποκινήσεως (η) 🔉  
δυνατότητα υποδαυλίσεως (η) 🔉  
körükleyebilmek 🔉  

μπορώ να υποκινήσω 🔉  
μπορώ να υποδαυλίσω 🔉  
körükleyici 🔉  

υποκινητικός 🔉  
υποδαυλιστικός 🔉  
körükleyicilik 🔉  

υποκινητικότητα (η) 🔉  
υποδαυλιστικότητα (η) 🔉  
körüklü 🔉  

με φυσούνα 🔉  
αρθρωτός 🔉  
körüklü otobüs 🔉  

αρθρωτό λεωφορείο (το) 🔉  
körüksüz 🔉  

χωρίς φυσούνα 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱