Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
küt
🔉
αμβλύς
🔉
κοφτός
🔉
kut
🔉
ιερή δύναμη (η)
🔉
τύχη (η)
🔉
küt küt
🔉
ντουπ-ντουπ
🔉
με κούφιο χτύπο
🔉
Kütahya
🔉
Κιουτάχεια (η)
🔉
Kütahyalı
🔉
Κιουταχειώτης (ο)
🔉
Κιουταχειώτισσα (η)
🔉
Kütahyalılık
🔉
κιουταχειωτισμός (ο)
🔉
kutan
🔉
κύκνος αγριόκυκνος (ο)
🔉
kütikül
🔉
επιδερμιδίδα (η)
🔉
κουτίκλα (η)
🔉
kütin
🔉
χιτίνη (η)
🔉
kütinleşme
🔉
χιτινοποίηση (η)
🔉
kutlama
🔉
εορτασμός (ο)
🔉
συγχαρητήρια (τα)
🔉
kutlamak
🔉
εορτάζω
🔉
συγχαίρω
🔉
kutlanış
🔉
εορτασμός (ο)
🔉
kutlanma
🔉
εορτασμός (ο)
🔉
kutlanmak
🔉
εορτάζομαι
🔉
kutlatma
🔉
διοργάνωση εορτασμού (η)
🔉
πρόκληση εορτασμού (η)
🔉
kutlatmak
🔉
κάνω να εορταστεί
🔉
διοργανώνω εορτασμό
🔉
kutlayabilme
🔉
δυνατότητα εορτασμού (η)
🔉
δυνατότητα συγχαρητηρίων (η)
🔉
kutlayabilmek
🔉
δύναμαι να εορτάσω
🔉
δύναμαι να συγχαρώ
🔉
kutlayış
🔉
εορτασμός (ο)
🔉
συγχαρητήρια (τα)
🔉
kütle
🔉
μάζα (η)
🔉
όγκος (ο)
🔉
kütleme
🔉
κούφιο χτύπημα (το)
🔉
kütlemek
🔉
χτυπώ κούφια
🔉
κάνω ντουπ
🔉
kütlesel
🔉
μαζικός
🔉
ογκώδης
🔉
kütlesellik
🔉
μαζικότητα (η)
🔉
kütleşme
🔉
συσσωμάτωση (η)
🔉
πήξη (η)
🔉
kütleşmek
🔉
συσσωματώνομαι
🔉
πήζω
🔉
kütleştirme
🔉
συσσωμάτωση (η)
🔉
πήξη (η)
🔉
kütleştirmek
🔉
συσσωματώνω
🔉
πήζω
🔉
kütletme
🔉
πρόκληση κούφιου χτυπήματος (η)
🔉
kütletmek
🔉
κάνω να χτυπήσει κούφια
🔉
προκαλώ ντουπ
🔉
kutlu
🔉
ευλογημένος
🔉
ιερός
🔉
τυχερός
🔉
kütlü
🔉
με μάζα
🔉
ογκώδης
🔉
kütlük
🔉
αμβλύτητα (η)
🔉
κοφτότητα (η)
🔉
kutlulama
🔉
εξύμνηση (η)
🔉
εγκώμιο (το)
🔉
kutlulamak
🔉
εξυμνώ
🔉
εγκωμιάζω
🔉
kutlulanma
🔉
εξύμνηση (η)
🔉
εγκωμιασμός (ο)
🔉
kutlulanmak
🔉
εξυμνούμαι
🔉
εγκωμιάζομαι
🔉
kutluluk
🔉
ευλογία (η)
🔉
ιερότητα (η)
🔉
kutnu
🔉
κουτνού (το)
🔉
kütör
🔉
κούτορ (ο)
🔉
kutsal
🔉
ιερός
🔉
άγιος
🔉
kutsallaşma
🔉
ιεροποίηση (η)
🔉
αγιοποίηση (η)
🔉
kutsallaşmak
🔉
ιεροποιούμαι
🔉
αγιοποιούμαι
🔉
kutsallaştırış
🔉
ιεροποίηση (η)
🔉
αγιοποίηση (η)
🔉
kutsallaştırma
🔉
ιεροποίηση (η)
🔉
αγιοποίηση (η)
🔉
kutsallaştırmak
🔉
ιεροποιώ
🔉
αγιοποιώ
🔉
kutsallık
🔉
ιερότητα (η)
🔉
αγιότητα (η)
🔉
kutsama
🔉
αγιασμός (ο)
🔉
ευλογία (η)
🔉
kutsamak
🔉
αγιάζω
🔉
ευλογώ
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱