Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
kütle
🔉
μάζα (η)
🔉
όγκος (ο)
🔉
kütleme
🔉
κούφιο χτύπημα (το)
🔉
kütlemek
🔉
χτυπώ κούφια
🔉
κάνω ντουπ
🔉
kütlesel
🔉
μαζικός
🔉
ογκώδης
🔉
kütlesellik
🔉
μαζικότητα (η)
🔉
kütleşme
🔉
συσσωμάτωση (η)
🔉
πήξη (η)
🔉
kütleşmek
🔉
συσσωματώνομαι
🔉
πήζω
🔉
kütleştirme
🔉
συσσωμάτωση (η)
🔉
πήξη (η)
🔉
kütleştirmek
🔉
συσσωματώνω
🔉
πήζω
🔉
kütletme
🔉
πρόκληση κούφιου χτυπήματος (η)
🔉
kütletmek
🔉
κάνω να χτυπήσει κούφια
🔉
προκαλώ ντουπ
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱