Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
kılıç
🔉
σπαθί (το)
🔉
kılıç alayı
🔉
τελετή ζώσης (η)
🔉
kılıç bacak
🔉
ραιβοπόδαρος
🔉
στραβοπόδαρος
🔉
kılıç balığı
🔉
ξιφίας (ο)
🔉
kılıç balığıgiller
🔉
ξιφιοειδή (τα)
🔉
kılıç gagalı
🔉
ξιφοράμφος (ο)
🔉
kılıç kuşanma
🔉
τελετή ζωσμού σπαθιού (η)
🔉
kılıç oyuncusu
🔉
ξιφομάχος (ο)
🔉
kılıç oyunu
🔉
ξιφομαχία (η)
🔉
kılıç pabucu
🔉
θήκη σπαθιού (η)
🔉
θηκάρι (το)
🔉
kılıççı
🔉
ξιφομάχος (ο)
🔉
σπαθοποιός (ο)
🔉
kılıççılık
🔉
ξιφομαχία (η)
🔉
σπαθοποιία (η)
🔉
kılıçhane
🔉
οπλοστάσιο (το)
🔉
kılıcına
🔉
με το σπαθί του/της
🔉
διά της βίας
🔉
kılıçkalkan
🔉
σπαθοασπίδα (η)
🔉
kılıçkuyruk
🔉
ξιφοουράς (ο)
🔉
kılıçlama
🔉
σπαθοκοπία (η)
🔉
χτύπημα με σπαθί (το)
🔉
kılıçlamak
🔉
χτυπώ με σπαθί
🔉
σπαθοκοπώ
🔉
kılıçlaşma
🔉
μονομαχία με σπαθιά (η)
🔉
kılıçlaşmak
🔉
μονομαχώ με σπαθιά
🔉
kılıçlayış
🔉
σπαθοκοπία (η)
🔉
kılıçlı
🔉
οπλισμένος με σπαθί
🔉
σπαθοφόρος
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱