Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
kır 🔉  

ύπαιθρος (η) 🔉  
στέπα (η) 🔉  
γκρίζος 🔉  
kır bekçisi 🔉  

αγροφύλακας (ο) 🔉  
kır çiçeği 🔉  

αγριολούλουδο (το) 🔉  
kır eğlencesi 🔉  

αγροτική διασκέδαση (η) 🔉  
εξοχική διασκέδαση (η) 🔉  
kır gerillası 🔉  

αντάρτης της υπαίθρου (ο) 🔉  
kır gülü 🔉  

αγριοτριανταφυλλιά (η) 🔉  
αγριοτριαντάφυλλο (το) 🔉  
kır kahvesi 🔉  

καφενείο της υπαίθρου (το) 🔉  
kır serdarı 🔉  

αρχηγός της υπαίθρου (ο) 🔉  
kıraat 🔉  

ανάγνωση (η) 🔉  
απαγγελία (η) 🔉  
kıraathane 🔉  

καφενείο (το) 🔉  
αναγνωστήριο (το) 🔉  
kıraathaneci 🔉  

καφετζής (ο) 🔉  
kıraathanecilik 🔉  

καφετζιλίκι (το) 🔉  
kırabilme 🔉  

δυνατότητα να σπάσω (η) 🔉  
kırabilmek 🔉  

μπορώ να σπάσω 🔉  
δύναμαι να θραύσω 🔉  
kıraç 🔉  

άγονος 🔉  
ξερός 🔉  
άνυδρος 🔉  
kıracak 🔉  

εργαλείο θραύσης (το) 🔉  
kıraçlaşma 🔉  

ερημοποίηση (η) 🔉  
αγονία (η) 🔉  
kıraçlaşmak 🔉  

ερημοποιούμαι 🔉  
γίνομαι άγονος 🔉  
kıraçlık 🔉  

αγονία (η) 🔉  
ξηρότητα (η) 🔉  
kırağı 🔉  

πάχνη (η) 🔉  
kırağılı 🔉  

παχνισμένος 🔉  
με πάχνη 🔉  
kıran 🔉  

επιδημία (η) 🔉  
θερισμός (ο) 🔉  
σφαγή (η) 🔉  
kıran kırana 🔉  

σώμα με σώμα 🔉  
μέχρι τελικής πτώσεως 🔉  
kıranta 🔉  

γεροντοπαλίκαρο (ο) 🔉  
kırat 🔉  

καράτι (το) 🔉  
kıratlık 🔉  

καρατάρισμα (το) 🔉  
βαθμός καρατίων (ο) 🔉  
kıray 🔉  

άγριος 🔉  
ατίθασος 🔉  
kırba 🔉  

ασκί (το) 🔉  
kırbaç 🔉  

μαστίγιο (το) 🔉  
βούρδουλας (ο) 🔉  
kırbaç kurdu 🔉  

τριχούρης (ο) 🔉  
kırbaç kurtları 🔉  

μαστιγοσκώληκες (οι) 🔉  
kırbacık 🔉  

μικρό μαστίγιο (το) 🔉  
kırbaçlama 🔉  

μαστίγωμα (το) 🔉  
kırbaçlamak 🔉  

μαστιγώνω 🔉  
kırbaçlanma 🔉  

μαστίγωμα (το) 🔉  
kırbaçlanmak 🔉  

μαστιγώνομαι 🔉  
kırbaçlatma 🔉  

μαστίγωμα (το) 🔉  
kırbaçlatmak 🔉  

βάζω να μαστιγώσουν 🔉  
kırç 🔉  

πάχνη (η) 🔉  
παγωνιά (η) 🔉  
kırca 🔉  

γκριζωπός 🔉  
σταχτής 🔉  
kırcı 🔉  

γκριζωπός 🔉  
σταχτής 🔉  
kırcı mantı 🔉  

μαντί (το) γκριζωπό 🔉  
kırçıl 🔉  

γκριζωπός 🔉  
σταχτής 🔉  
kırçıllanma 🔉  

γκριζάρισμα (το) 🔉  
kırçıllanmak 🔉  

γκριζάρω 🔉  
ασπρίζω 🔉  
kırçıllaşma 🔉  

γκριζάρισμα (το) 🔉  
kırçıllaşmak 🔉  

γκριζάρω 🔉  
ασπρίζω 🔉  
kırçıllık 🔉  

γκριζάδα (η) 🔉  
kırcın 🔉  

γκριζωπός 🔉  
σταχτής 🔉  
kırdırabilme 🔉  

δυνατότητα να σπάσει (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱