Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
kırık
🔉
σπασμένος
🔉
κάταγμα (το)
🔉
σπάσιμο (το)
🔉
kırık çizgi
🔉
τεθλασμένη γραμμή (η)
🔉
kırık dökük
🔉
μισοσπασμένος
🔉
ετοιμόρροπος
🔉
πρόχειρος
🔉
kırık döküklük
🔉
ετοιμορροπία (η)
🔉
προχειρότητα (η)
🔉
kırık dölü
🔉
νόθος (ο)
🔉
μπάσταρδος (ο)
🔉
kırık hava
🔉
σπασμένος καιρός (ο)
🔉
άστατος καιρός (ο)
🔉
kırıkçı
🔉
πρακτικός ορθοπεδικός (ο)
🔉
κοκαλάς (ο)
🔉
kırıkçılık
🔉
πρακτική ορθοπεδική (η)
🔉
κοκαλάδικο (το)
🔉
Kırıkhan
🔉
Κιρίκχαν (το)
🔉
Kırıkkale
🔉
Κιρίκκαλε (το)
🔉
Kırıkkaleli
🔉
κάτοικος Κιρίκκαλε (ο)
🔉
Kırıkkalelilik
🔉
ιδιότητα κατοίκου Κιρίκκαλε (η)
🔉
kırıklama
🔉
θραύση (η)
🔉
σπάσιμο (το)
🔉
kırıklamak
🔉
σπάζω σε κομμάτια
🔉
θρυμματίζω
🔉
kırıklık
🔉
σπασιματιά (η)
🔉
κάταγμα (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱