Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
kısıt 🔉  

περιορισμός (ο) 🔉  
δέσμευση (η) 🔉  
kısıtlama 🔉  

περιορισμός (ο) 🔉  
περιορισμός/περικοπή (η) 🔉  
kısıtlamak 🔉  

περιορίζω 🔉  
περικόπτω 🔉  
kısıtlanış 🔉  

περιορισμός (ο) 🔉  
kısıtlanma 🔉  

περιορισμός (ο) 🔉  
kısıtlanmak 🔉  

περιορίζομαι 🔉  
kısıtlayabilme 🔉  

δυνατότητα περιορισμού (η) 🔉  
kısıtlayabilmek 🔉  

μπορώ να περιορίσω 🔉  
kısıtlayış 🔉  

περιορισμός (ο) 🔉  
kısıtlı 🔉  

περιορισμένος 🔉  
kısıtlılık 🔉  

περιοριστικότητα (η) 🔉  
περιορισμένη κατάσταση (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱