Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
kıskaç 🔉  

δαγκάνα (η) 🔉  
τανάλια (η) 🔉  
σφιγκτήρας (ο) 🔉  
kıskaç gözlük 🔉  

πενσνέ (το) 🔉  
kıskacı 🔉  

σφιγκτήρας (ο) 🔉  
μέγγενη (η) 🔉  
kıskacılık 🔉  

χρήση σφιγκτήρα/μέγγενης (η) 🔉  
kıskaçlama 🔉  

σύσφιξη (η) 🔉  
σφίξιμο (το) 🔉  
kıskaçlamak 🔉  

σφίγγω 🔉  
πιάνω με δαγκάνα 🔉  
kıskaçlı 🔉  

με δαγκάνα 🔉  
με σφιγκτήρα 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱