Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
kıt
🔉
σπάνιος
🔉
λιγοστός
🔉
ανεπαρκής
🔉
kıt kanaat
🔉
με το ζόρι
🔉
ίσα-ίσα
🔉
με πενιχρά μέσα
🔉
kıta
🔉
ήπειρος (η)
🔉
ήπειρος (η)
🔉
kıta sahanlığı
🔉
υφαλοκρηπίδα (η)
🔉
kıtaat
🔉
αποσπάσματα (τα)
🔉
τμήματα (τα)
🔉
kıtal
🔉
μάχη (η)
🔉
σφαγή (η)
🔉
kıtalar arası
🔉
διαηπειρωτικός
🔉
kıtipiyoz
🔉
τσιγκουνιά (η)
🔉
φιλαργυρία (η)
🔉
kıtipiyozluk
🔉
τσιγκουνιά (η)
🔉
φιλαργυρία (η)
🔉
kıtı kıtına
🔉
οριακά
🔉
μετά βίας
🔉
ίσα-ίσα
🔉
kıtık
🔉
πίτουρο (το)
🔉
kıtıklama
🔉
γαργάλημα (το)
🔉
kıtıklamak
🔉
γαργαλώ
🔉
kıtıklı
🔉
με πίτουρο
🔉
πιτουρώδης
🔉
kıtır
🔉
τραγανός
🔉
κριτσανιστός
🔉
kıtır kıtır
🔉
τραγανιστά
🔉
κριτσανιστά
🔉
kıtırcı
🔉
πωλητής τραγανιστών (ο)
🔉
kıtırdama
🔉
κριτσάνισμα (το)
🔉
τριγμός (ο)
🔉
kıtırdamak
🔉
κριτσανίζω
🔉
τρίζω
🔉
kıtırdatma
🔉
κριτσάνισμα (το)
🔉
τριγμός (ο)
🔉
kıtırdatmak
🔉
κάνω να κριτσανίζει
🔉
κάνω να τρίζει
🔉
kıtırtı
🔉
κριτσάνισμα (το)
🔉
τριγμός (ο)
🔉
kıtlama
🔉
δάγκωμα (το)
🔉
μπουκιά (η)
🔉
kıtlama şekeri
🔉
ζάχαρη σε κύβους (η)
🔉
ζάχαρη κύβος (ο)
🔉
kıtlamak
🔉
δαγκώνω
🔉
τσιμπώ (με τα δόντια)
🔉
kıtlaşma
🔉
σπάνιση (η)
🔉
έλλειψη (η)
🔉
kıtlaşmak
🔉
σπανίζω
🔉
λιγοστεύω
🔉
kıtlık
🔉
έλλειψη (η)
🔉
σπανιότητα (η)
🔉
λιμός (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱