Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
kaba
🔉
χονδρός
🔉
αδρός
🔉
αγενής
🔉
τραχύς
🔉
kaba but
🔉
χοντρός μηρός (ο)
🔉
kaba düzen
🔉
πρόχειρη τάξη (η)
🔉
ακατέργαστη διάταξη (η)
🔉
kaba et
🔉
γλουτός (ο)
🔉
οπίσθια (τα)
🔉
kaba kâğıt
🔉
χοντρό χαρτί (το)
🔉
kaba kurgu
🔉
πρόχειρη πλοκή (η)
🔉
αδρή σύνθεση (η)
🔉
kaba kuşluk
🔉
αργά το πρωί (επιρ.)
🔉
kaba kuvvet
🔉
ωμή βία (η)
🔉
σωματική δύναμη (η)
🔉
kaba saba
🔉
αγροίκος
🔉
χοντροκομμένος
🔉
kaba sakal
🔉
γένια (τα)
🔉
αξύριστος
🔉
kaba sıva
🔉
χοντρό σοβάτισμα (το)
🔉
kaba sofu
🔉
φανατικός θρησκόληπτος (ο)
🔉
στενόμυαλος ευσεβιστής (ο)
🔉
kaba su
🔉
ακάθαρτο νερό (το)
🔉
θολό νερό (το)
🔉
kaba tekne
🔉
χονδροειδές σκαρί (το)
🔉
αδρή γάστρα (η)
🔉
kaba yapı
🔉
φέρων οργανισμός (ο)
🔉
χονδρή κατασκευή (η)
🔉
kaba yel
🔉
αέρας (ο)
🔉
αέριο (το)
🔉
kababurun
🔉
πλατύρρινος
🔉
με χοντρή μύτη
🔉
kabaca
🔉
χονδρικά
🔉
πρόχειρα
🔉
αγενώς
🔉
kabadayı
🔉
νταής (ο)
🔉
παλικαράς (ο)
🔉
kabadayıca
🔉
νταηλίδικα
🔉
παλικαρίσια
🔉
kabadayılanma
🔉
νταηλίκι (το)
🔉
παλικαρισμός (ο)
🔉
kabadayılanmak
🔉
κάνω τον νταή
🔉
παριστάνω τον παλικαρά
🔉
kabadayılaşma
🔉
εκνταϊσμός (ο)
🔉
μετατροπή σε νταή (η)
🔉
kabadayılaşmak
🔉
γίνομαι νταής
🔉
εκνταΐζομαι
🔉
kabadayılık
🔉
νταηλίκι (το)
🔉
παλικαρισμός (ο)
🔉
Kabadüz
🔉
Καμπαντούζ (τοπων.) (το)
🔉
kabahat
🔉
σφάλμα (το)
🔉
παράπτωμα (το)
🔉
υπαιτιότητα (η)
🔉
kabahatli
🔉
ένοχος
🔉
υπαίτιος
🔉
kabahatlilik
🔉
ενοχή (η)
🔉
υπαιτιότητα (η)
🔉
kabahatsiz
🔉
αθώος
🔉
ανυπαίτιος
🔉
kabahatsizlik
🔉
αθωότητα (η)
🔉
ανυπαιτιότητα (η)
🔉
kabak
🔉
κολοκύθα (η)
🔉
kabak çekirdeği
🔉
κολοκυθόσπορος (ο)
🔉
kabak çiçeği
🔉
άνθος κολοκυθιάς (το)
🔉
kabak dolması
🔉
γεμιστά κολοκυθάκια (τα)
🔉
kabak elması
🔉
κολοκυθομήλο (το)
🔉
kabak kafalı
🔉
κολοκυθοκέφαλος
🔉
χαζός
🔉
kabak kemane
🔉
κεμεντζές από κολοκύθα (ο)
🔉
kabak tadı
🔉
ανιαρή γεύση (η)
🔉
βαρεμάρα (η)
🔉
kabak tatlısı
🔉
γλυκό κολοκύθας (το)
🔉
kabakçı
🔉
πωλητής κολοκύθας (ο)
🔉
kabakçılık
🔉
εμπορία κολοκύθας (η)
🔉
kabakgiller
🔉
κολοκυνθοειδή (τα)
🔉
kabaklama
🔉
ξεφλούδισμα (το)
🔉
αποφλοίωση (η)
🔉
kabaklamak
🔉
ξεφλουδίζω
🔉
αποφλοιώνω
🔉
kabaklaşma
🔉
χονδροποίηση (η)
🔉
εκχυδαϊσμός (ο)
🔉
kabaklaşmak
🔉
χοντραίνω
🔉
εκχυδαΐζομαι
🔉
kabaklık
🔉
κολοκυθιά (η)
🔉
κολοκυθώνας (ο)
🔉
kabakulak
🔉
παρωτίτιδα (η)
🔉
kabakulak otu
🔉
βότανο παρωτίτιδας (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱