Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
kademe 🔉  

βαθμίδα (η) 🔉  
στάδιο (το) 🔉  
κλίμακα (η) 🔉  
kademe ilerlemesi 🔉  

μισθολογική/βαθμολογική εξέλιξη (η) 🔉  
kademe kademe 🔉  

βαθμίδα-βαθμίδα 🔉  
σταδιακά 🔉  
kademeleme 🔉  

κλιμάκωση (η) 🔉  
διαβάθμιση (η) 🔉  
kademelemek 🔉  

κλιμακώνω 🔉  
διαβαθμίζω 🔉  
kademelendirme 🔉  

κλιμάκωση (η) 🔉  
διαβάθμιση (η) 🔉  
kademelendirmek 🔉  

κλιμακώνω 🔉  
διαβαθμίζω 🔉  
kademelenme 🔉  

κλιμάκωση (η) 🔉  
διαβάθμιση (η) 🔉  
kademelenmek 🔉  

κλιμακώνομαι 🔉  
διαβαθμίζομαι 🔉  
kademeli 🔉  

κλιμακωτός 🔉  
σταδιακός 🔉  
kademesiz 🔉  

χωρίς βαθμίδες 🔉  
αδιαβάθμητος 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱