Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
kadro
🔉
στελέχωση (η)
🔉
οργανική θέση (η)
🔉
πλαίσιο (το)
🔉
kadrocu
🔉
οπαδός του «Κάντρο» (ο)
🔉
στελεχιακός
🔉
kadroculuk
🔉
καντροϊσμός (ο)
🔉
στελεχιακή πολιτική (η)
🔉
kadrolandırma
🔉
στελέχωση (η)
🔉
kadrolandırmak
🔉
στελεχώνω
🔉
kadrolaşma
🔉
στελέχωση (η)
🔉
δημιουργία στελεχών (η)
🔉
kadrolaşmak
🔉
στελεχώνομαι
🔉
δημιουργώ στελέχη
🔉
kadrolaştırma
🔉
στελέχωση (η)
🔉
kadrolaştırmak
🔉
στελεχώνω
🔉
kadrolu
🔉
με οργανική θέση
🔉
μόνιμος
🔉
kadroluluk
🔉
μονιμότητα (η)
🔉
κατοχή οργανικής θέσης (η)
🔉
kadrosuz
🔉
χωρίς οργανική θέση
🔉
έκτακτος
🔉
kadrosuzluk
🔉
έλλειψη οργανικών θέσεων (η)
🔉
μη στελέχωση (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱