Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
kalıp
🔉
καλούπι (το)
🔉
μήτρα (η)
🔉
πρότυπο (το)
🔉
στερεότυπο (το)
🔉
kalıp kıyafet
🔉
τυποποιημένη ενδυμασία (η)
🔉
kalıp sigarası
🔉
τσιγάρο σε καλούπι (το)
🔉
kalıpçı
🔉
καλουπατζής (ο)
🔉
κατασκευαστής καλουπιών (ο)
🔉
kalıpçılık
🔉
κατασκευή καλουπιών (η)
🔉
καλουπατζιλίκι (το)
🔉
kalıplama
🔉
καλούπωμα (το)
🔉
μορφοποίηση (η)
🔉
kalıplamak
🔉
καλουπώνω
🔉
μορφοποιώ
🔉
kalıplanma
🔉
καλούπωμα (το)
🔉
μορφοποίηση (η)
🔉
kalıplanmak
🔉
καλουπώνομαι
🔉
μορφοποιούμαι
🔉
kalıplaşma
🔉
παγίωση (η)
🔉
στερεοτυποποίηση (η)
🔉
kalıplaşmak
🔉
παγιώνομαι
🔉
στερεοτυποποιούμαι
🔉
kalıplaşmış
🔉
παγιωμένος
🔉
στερεοτυπικός
🔉
kalıplaşmışlık
🔉
παγιωτικότητα (η)
🔉
στερεοτυπία (η)
🔉
kalıplaştırma
🔉
παγίωση (η)
🔉
στερεοτυποποίηση (η)
🔉
kalıplaştırmak
🔉
παγιώνω
🔉
στερεοτυποποιώ
🔉
kalıplatma
🔉
καλούπωμα (το)
🔉
kalıplatmak
🔉
καλουπώνω
🔉
kalıplı
🔉
με καλούπι
🔉
καλοσχηματισμένος
🔉
τυποποιημένος
🔉
kalıplı kıyafetli
🔉
με τυποποιημένη ενδυμασία
🔉
kalıplıca
🔉
καλοσχηματισμένα
🔉
με τυπικό τρόπο
🔉
kalıplık
🔉
για καλούπι
🔉
κατάλληλος για καλούπι
🔉
kalıplılık
🔉
τυποποίηση (η)
🔉
καλοσχηματισμός (ο)
🔉
kalıpsız
🔉
χωρίς καλούπι
🔉
άμορφος
🔉
άτυπος
🔉
kalıpsız kıyafetsiz
🔉
άτυπα ντυμένος
🔉
χωρίς τυποποιημένη ενδυμασία
🔉
kalıpsızca
🔉
άτυπα
🔉
χωρίς τύπο
🔉
kalıpsızlık
🔉
αμορφία (η)
🔉
ατυπία (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱