Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
kalem
🔉
μολύβι (το)
🔉
πένα (η)
🔉
γραφίδα (η)
🔉
kalem açacağı
🔉
ξύστρα (η)
🔉
kalem aşısı
🔉
εγκεντρισμός (ο)
🔉
kalem beyi
🔉
μπέης της γραφίδας (ο)
🔉
kalem efendisi
🔉
εφέντης της γραφίδας (ο)
🔉
kalem erbabı
🔉
άνθρωποι των γραμμάτων (οι)
🔉
kalem işi
🔉
καλλιγραφικό/ζωγραφικό έργο με πένα (το)
🔉
εργασία με πένα (η)
🔉
kalem kalem
🔉
κατά στήλες
🔉
κατά είδος
🔉
kalem kaşlı
🔉
λεπτοφρύδης
🔉
kalem kavgası
🔉
φιλονικία των λογίων (η)
🔉
λογομαχία (η)
🔉
kalem kömürü
🔉
κάρβουνο σχεδίου (το)
🔉
kalem kulaklı
🔉
μυτερόωτος
🔉
kalem kutusu
🔉
κασετίνα (η)
🔉
kalem parmaklı
🔉
λεπτοδάχτυλος
🔉
kalem pil
🔉
μπαταρία τύπου στυλό (η)
🔉
kalem sahibi
🔉
συγγραφέας (ο)
🔉
γραφιάς (ο)
🔉
kalem savaşçısı
🔉
μαχητής της πένας (ο)
🔉
kalem şuarası
🔉
ποιητές της πένας (οι)
🔉
kalembek
🔉
καλεμπέκ (ο)
🔉
kalemis
🔉
καλεμίς (ο)
🔉
kalemkâr
🔉
καλλιγράφος (ο)
🔉
γραφέας (ο)
🔉
kalemkârlık
🔉
καλλιγραφία (η)
🔉
γραφική τέχνη (η)
🔉
kalemli
🔉
με πένα
🔉
με στυλό
🔉
kalemlik
🔉
μολυβοθήκη (η)
🔉
κασετίνα (η)
🔉
kalemsiz
🔉
χωρίς πένα
🔉
χωρίς στυλό
🔉
kalemşor
🔉
γραφιάς (ο)
🔉
κονδυλοφόρος (ο)
🔉
kalemtıraş
🔉
ξύστρα μολυβιών (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱