Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
kalorifer
🔉
καλοριφέρ (το)
🔉
κεντρική θέρμανση (η)
🔉
kalorifer borusu
🔉
σωλήνας καλοριφέρ (ο)
🔉
kalorifer dairesi
🔉
λεβητοστάσιο (το)
🔉
kalorifer kazanı
🔉
λέβητας (ο)
🔉
kalorifer peteği
🔉
σώμα καλοριφέρ (το)
🔉
θερμαντικό σώμα (το)
🔉
kaloriferci
🔉
τεχνικός καλοριφέρ (ο)
🔉
θερμαστής (ο)
🔉
kalorifercilik
🔉
επάγγελμα τεχνικού καλοριφέρ (το)
🔉
kaloriferli
🔉
με καλοριφέρ
🔉
με κεντρική θέρμανση
🔉
kalorifersiz
🔉
χωρίς καλοριφέρ
🔉
χωρίς κεντρική θέρμανση
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱