Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
kanıt 🔉  

απόδειξη (η) 🔉  
τεκμήριο (το) 🔉  
kanıtlama 🔉  

απόδειξη (η) 🔉  
τεκμηρίωση (η) 🔉  
kanıtlamak 🔉  

αποδεικνύω 🔉  
τεκμηριώνω 🔉  
kanıtlandırma 🔉  

τεκμηρίωση (η) 🔉  
kanıtlandırmak 🔉  

τεκμηριώνω 🔉  
kanıtlanış 🔉  

απόδειξη (η) 🔉  
τεκμηρίωση (η) 🔉  
kanıtlanma 🔉  

απόδειξη (η) 🔉  
τεκμηρίωση (η) 🔉  
kanıtlanmak 🔉  

αποδεικνύομαι 🔉  
τεκμηριώνομαι 🔉  
kanıtlayabilme 🔉  

δυνατότητα απόδειξης (η) 🔉  
kanıtlayabilmek 🔉  

μπορώ να αποδείξω 🔉  
μπορώ να τεκμηριώσω 🔉  
kanıtlayış 🔉  

απόδειξη (η) 🔉  
τεκμηρίωση (η) 🔉  
kanıtlı 🔉  

αποδεδειγμένος 🔉  
τεκμηριωμένος 🔉  
kanıtsama 🔉  

τεκμαιρόμενη απόδειξη (η) 🔉  
kanıtsamak 🔉  

τεκμαίρω 🔉  
kanıtsız 🔉  

ατεκμηρίωτος 🔉  
αναπόδεικτος 🔉  
kanıtsızlık 🔉  

έλλειψη τεκμηρίωσης (η) 🔉  
αναποδειξία (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱