Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
kapalı
🔉
κλειστός
🔉
κεκλεισμένος
🔉
kapalı bölge
🔉
κλειστή περιοχή (η)
🔉
kapalı çarşı
🔉
σκεπαστή αγορά (η)
🔉
κλειστή αγορά (η)
🔉
kapalı devre
🔉
κλειστό κύκλωμα (το)
🔉
kapalı devre yayını
🔉
εκπομπή κλειστού κυκλώματος (η)
🔉
kapalı duruşma
🔉
κεκλεισμένων των θυρών δίκη (η)
🔉
kapalı gişe
🔉
sold out
🔉
πλήρης πληρότητα (η)
🔉
kapalı görüş
🔉
κλειστή επίσκεψη (η)
🔉
kapalı hava
🔉
συννεφιά (η)
🔉
κλειστός καιρός (ο)
🔉
kapalı hece
🔉
κλειστή συλλαβή (η)
🔉
kapalı kalp ameliyatı
🔉
εγχείρηση κλειστής καρδιάς (η)
🔉
kapalı kutu
🔉
κλειστό κουτί (το)
🔉
αίνιγμα (το)
🔉
kapalı oturum
🔉
κλειστή συνεδρίαση (η)
🔉
kapalı rejim
🔉
κλειστό καθεστώς (το)
🔉
kapalı tohumlular
🔉
αγγειόσπερμα (τα)
🔉
kapalı toplum
🔉
κλειστή κοινωνία (η)
🔉
kapalı tribün
🔉
σκεπαστή κερκίδα (η)
🔉
kapalı yer korkusu
🔉
κλειστοφοβία (η)
🔉
kapalı yüzme havuzu
🔉
κλειστή πισίνα (η)
🔉
κλειστό κολυμβητήριο (το)
🔉
kapalılık
🔉
κλειστότητα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱