Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
karın
🔉
κοιλιά (η)
🔉
κοιλιακή χώρα (η)
🔉
γαστήρ (η)
🔉
karın ağrısı
🔉
κοιλόπονος (ο)
🔉
πόνος στην κοιλιά (ο)
🔉
karın boşluğu
🔉
κοιλιακή κοιλότητα (η)
🔉
karın tokluğuna
🔉
για ένα κομμάτι ψωμί
🔉
για τα προς το ζην
🔉
karın zarı
🔉
περιτόναιο (το)
🔉
karın zarı iltihabı
🔉
περιτονίτιδα (η)
🔉
karın zarı yangısı
🔉
περιτονίτιδα (η)
🔉
karınca
🔉
μυρμήγκι (το)
🔉
karınca asidi
🔉
μυρμηκικό οξύ (το)
🔉
karınca belli
🔉
με μέση δαχτυλίδι
🔉
λεπτόμεσος
🔉
karınca duası
🔉
πολύ μικροσκοπικά γράμματα (τα)
🔉
karınca kaderince
🔉
όσο μπορεί
🔉
κατά δύναμιν
🔉
karınca kararınca
🔉
όσο μπορεί
🔉
κατά δύναμιν
🔉
karınca sabrı
🔉
υπομονή μυρμηγκιού (η)
🔉
karınca yuvası
🔉
μυρμηγκοφωλιά (η)
🔉
karıncaezmez
🔉
που δεν πατά μυρμήγκι
🔉
πράος
🔉
karıncaincitmez
🔉
που δεν πειράζει μυρμήγκι
🔉
άκακος
🔉
karıncakuşu
🔉
μυρμηγκοφάγος (ο)
🔉
karıncakuşugiller
🔉
μυρμηγκοφάγοι (οικ.) (οι)
🔉
karıncalanış
🔉
μυρμήγκιασμα (το)
🔉
karıncalanma
🔉
μυρμήγκιασμα (το)
🔉
παραισθησία (η)
🔉
karıncalanmak
🔉
μουδιάζω
🔉
μυρμηγκιάζω
🔉
karıncalar
🔉
μυρμήγκια (τα)
🔉
karıncalı
🔉
με μυρμήγκια
🔉
μυρμηγκιασμένος
🔉
karıncasever
🔉
μυρμηγκόφιλος
🔉
karıncasız
🔉
χωρίς μυρμήγκια
🔉
karıncayiyen
🔉
μυρμηγκοφάγος (ο)
🔉
karıncayiyengiller
🔉
μυρμηγκοφάγοι (οικ.) (οι)
🔉
karıncık
🔉
κοιλία (η)
🔉
κοιλίτσα (η)
🔉
κοιλία (καρδ.) (η)
🔉
karından ayaklılar
🔉
κοιλιοπόδαρα (τα)
🔉
karından bacaklılar
🔉
κοιλιοπόδαρα (τα)
🔉
karındaş
🔉
αδελφός (ο)
🔉
αδελφή (η)
🔉
karındaşlık
🔉
αδελφοσύνη (η)
🔉
karınlama
🔉
γέμισμα κοιλιάς (το)
🔉
karınlamak
🔉
χορταίνω
🔉
γεμίζω την κοιλιά
🔉
karınlı
🔉
κοιλαράς
🔉
με μεγάλη κοιλιά
🔉
karınma
🔉
ανάμειξη (η)
🔉
karınmak
🔉
αναμειγνύομαι
🔉
karınsa
🔉
κοιλιά (η)
🔉
karıntası
🔉
υπόλειμμα (το)
🔉
κατακάθι (το)
🔉
karıntı
🔉
υπόλειμμα (το)
🔉
κατακάθι (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱