Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
karınca
🔉
μυρμήγκι (το)
🔉
karınca asidi
🔉
μυρμηκικό οξύ (το)
🔉
karınca belli
🔉
με μέση δαχτυλίδι
🔉
λεπτόμεσος
🔉
karınca duası
🔉
πολύ μικροσκοπικά γράμματα (τα)
🔉
karınca kaderince
🔉
όσο μπορεί
🔉
κατά δύναμιν
🔉
karınca kararınca
🔉
όσο μπορεί
🔉
κατά δύναμιν
🔉
karınca sabrı
🔉
υπομονή μυρμηγκιού (η)
🔉
karınca yuvası
🔉
μυρμηγκοφωλιά (η)
🔉
karıncaezmez
🔉
που δεν πατά μυρμήγκι
🔉
πράος
🔉
karıncaincitmez
🔉
που δεν πειράζει μυρμήγκι
🔉
άκακος
🔉
karıncakuşu
🔉
μυρμηγκοφάγος (ο)
🔉
karıncakuşugiller
🔉
μυρμηγκοφάγοι (οικ.) (οι)
🔉
karıncalanış
🔉
μυρμήγκιασμα (το)
🔉
karıncalanma
🔉
μυρμήγκιασμα (το)
🔉
παραισθησία (η)
🔉
karıncalanmak
🔉
μουδιάζω
🔉
μυρμηγκιάζω
🔉
karıncalar
🔉
μυρμήγκια (τα)
🔉
karıncalı
🔉
με μυρμήγκια
🔉
μυρμηγκιασμένος
🔉
karıncasever
🔉
μυρμηγκόφιλος
🔉
karıncasız
🔉
χωρίς μυρμήγκια
🔉
karıncayiyen
🔉
μυρμηγκοφάγος (ο)
🔉
karıncayiyengiller
🔉
μυρμηγκοφάγοι (οικ.) (οι)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱