Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
karbon
🔉
άνθρακας (ο)
🔉
κάρβουνο (το)
🔉
karbon dönemi
🔉
Λιθανθρακοφόρος περίοδος (η)
🔉
karbon kâğıdı
🔉
καρμπόν (το)
🔉
χαρτί καρμπόν (το)
🔉
karbonado
🔉
καρμπονάδο (το)
🔉
karbonat
🔉
ανθρακικό άλας (το)
🔉
ανθρακικό (το)
🔉
karbonatlama
🔉
ανθράκωση (η)
🔉
ανθρακίωση (η)
🔉
karbonatlamak
🔉
ανθρακώνω
🔉
ανθρακίζω
🔉
karbonatlı
🔉
ανθρακούχος
🔉
με ανθρακικό
🔉
karbondioksit
🔉
διοξείδιο του άνθρακα (το)
🔉
karbonhidrat
🔉
υδατάνθρακας (ο)
🔉
karbonifer
🔉
Λιθανθρακοφόρος (ο)
🔉
λιθανθρακοφόρος
🔉
karbonik
🔉
ανθρακικός
🔉
karbonik asit
🔉
ανθρακικό οξύ (το)
🔉
karbonil
🔉
καρβονύλιο (το)
🔉
karbonit
🔉
καρβονίτης (ο)
🔉
karbonizasyon
🔉
ανθρακοποίηση (η)
🔉
καρβονιζάρισμα (το)
🔉
karbonlama
🔉
ανθρακοποίηση (η)
🔉
καρβονίωση (η)
🔉
karbonlamak
🔉
ανθρακοποιώ
🔉
καρβονίζω
🔉
karbonlaşma
🔉
ανθρακοποίηση (η)
🔉
karbonlaşmak
🔉
ανθρακοποιούμαι
🔉
καρβονίζομαι
🔉
karbonlu
🔉
ανθρακούχος
🔉
με άνθρακα
🔉
karbonmonoksit
🔉
μονοξείδιο του άνθρακα (το)
🔉
karbonsuz
🔉
άνευ άνθρακα
🔉
χωρίς άνθρακα
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱