Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
kartal
🔉
αετός (ο)
🔉
Kartal
🔉
Καρτάλ (το)
🔉
kartal ağacı
🔉
αετόξυλο (το)
🔉
kartalgiller
🔉
αετίδες (οι)
🔉
kartalgözü
🔉
αετίτης (ο)
🔉
«μάτι αετού» (το)
🔉
kartallar
🔉
αετοί (οι)
🔉
kartallı
🔉
με αετό/αετούς
🔉
kartallı eğrelti otu
🔉
πτερίδα η αετοφόρος (η)
🔉
kartalma
🔉
γήρανση (η)
🔉
σκλήρυνση (η)
🔉
kartalmak
🔉
γερνώ
🔉
σκληραίνω
🔉
kartaloş
🔉
νεαρός αετός (ο)
🔉
kartaloz
🔉
νεαρός αετός (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱