Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
kasa
🔉
ταμείο (το)
🔉
κιβώτιο (το)
🔉
κασέλα (η)
🔉
kasa defteri
🔉
ταμειακό βιβλίο (το)
🔉
kasa fişi
🔉
ταμειακή απόδειξη (η)
🔉
kasa sayımı
🔉
απογραφή ταμείου (η)
🔉
kasaba
🔉
κωμόπολη (η)
🔉
επαρχιακή πόλη (η)
🔉
kasaba kurnazlığı
🔉
επαρχιώτικη πονηριά (η)
🔉
kasabacık
🔉
κωμοπολίστικο (το)
🔉
μικρή κωμόπολη (η)
🔉
kasabalı
🔉
κωμοπολίτης (ο)
🔉
κωμοπολίτισσα (η)
🔉
kasabalılık
🔉
κωμοπολιτισμός (ο)
🔉
επαρχιωτισμός (ο)
🔉
kasacı
🔉
ταμίας (ο)
🔉
kasacılık
🔉
ταμειακή εργασία (η)
🔉
kasadar
🔉
ταμίας (ο)
🔉
kasadarlık
🔉
ταμειακή θέση (η)
🔉
kaşağı
🔉
ξύστρα (η)
🔉
στλεγγίδα (η)
🔉
kaşağılama
🔉
ξύσιμο (το)
🔉
στλεγγισμός (ο)
🔉
kaşağılamak
🔉
ξύνω
🔉
στλεγγίζω
🔉
kaşağılanma
🔉
ξύσιμο (το)
🔉
kaşağılanmak
🔉
ξύνομαι
🔉
kaşağılatma
🔉
ξύσιμο (το)
🔉
kaşağılatmak
🔉
βάζω να ξύσουν
🔉
kasalama
🔉
τοποθέτηση σε κιβώτιο (η)
🔉
kasalamak
🔉
βάζω σε κιβώτιο
🔉
συσκευάζω σε κιβώτιο
🔉
kasalanma
🔉
συσκευασία σε κιβώτιο (η)
🔉
kasalanmak
🔉
συσκευάζομαι σε κιβώτιο
🔉
kasalı
🔉
με κιβώτιο
🔉
με ταμείο
🔉
kasalık
🔉
κιβωτιοποίηση (η)
🔉
kaşalot
🔉
φυσητήρας (ο)
🔉
kaşan
🔉
ξυστήρι (το)
🔉
kaşan yeri
🔉
σημείο ξυσίματος (το)
🔉
kaşandırma
🔉
πρόκληση ξυσίματος (η)
🔉
kaşandırmak
🔉
κάνω να ξύσει
🔉
προκαλώ φαγούρα
🔉
kâşane
🔉
αρχοντικό (το)
🔉
μέγαρο (το)
🔉
kaşanma
🔉
ξύσιμο (το)
🔉
kaşanmak
🔉
ξύνομαι
🔉
kasap
🔉
χασάπης (ο)
🔉
κρεοπώλης (ο)
🔉
kasap havası
🔉
«χασάπικος» σκοπός (ο)
🔉
kasaphane
🔉
χασάπικο (το)
🔉
κρεοπωλείο (το)
🔉
kasaplık
🔉
επάγγελμα κρεοπώλη (το)
🔉
κρεοπωλείο (το)
🔉
kaşar
🔉
κασέρι (το)
🔉
ώριμος
🔉
kaşar peyniri
🔉
κασέρι (το)
🔉
kasara
🔉
κασάρα (η)
🔉
kaşarlanma
🔉
ωρίμανση (η)
🔉
kaşarlanmak
🔉
ωριμάζω
🔉
kaşarlı
🔉
με κασέρι
🔉
kasatura
🔉
μαχαίρι χασάπη (το)
🔉
μπαλτάς (ο)
🔉
kasavet
🔉
μελαγχολία (η)
🔉
κατήφεια (η)
🔉
kasavetlenme
🔉
μελαγχόληση (η)
🔉
kasavetlenmek
🔉
μελαγχολώ
🔉
κατηφώ
🔉
kasavetli
🔉
μελαγχολικός
🔉
κατηφής
🔉
kasavetsiz
🔉
εύθυμος
🔉
άνευ μελαγχολίας
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱