Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
kaymak
🔉
γλιστρώ
🔉
ολισθαίνω
🔉
μετατοπίζομαι
🔉
kaymak
🔉
καϊμάκι (το)
🔉
κρέμα γάλακτος (η)
🔉
kaymak kâğıdı
🔉
πέτσα γάλακτος (η)
🔉
μεμβράνη κρέμας (η)
🔉
kaymak tabakası
🔉
στρώμα κρέμας (το)
🔉
πέτσα γάλακτος (η)
🔉
kaymak takımı
🔉
σετ καϊμακιού (το)
🔉
σερβίτσιο κρέμας (το)
🔉
kaymak taşı
🔉
ασβεστόλιθος (ο)
🔉
τραβερτίνης (ο)
🔉
kaymakaltı
🔉
αποβουτυρωμένο γάλα (το)
🔉
άπαχο γάλα (το)
🔉
kaymakam
🔉
έπαρχος (ο)
🔉
υποδιοικητής (ο)
🔉
kaymakamlık
🔉
επαρχία (η)
🔉
υποδιοίκηση (η)
🔉
αξίωμα επάρχου (το)
🔉
kaymakçı
🔉
πωλητής καϊμακιού (ο)
🔉
γαλατάς (ο)
🔉
kaymakçılık
🔉
εμπορία καϊμακιού (η)
🔉
γαλακτοπωλία (η)
🔉
kaymaklanma
🔉
σχηματισμός κρέμας (ο)
🔉
πήξιμο κρέμας (το)
🔉
kaymaklanmak
🔉
σχηματίζω κρέμα
🔉
πιάνω κρέμα
🔉
kaymaklı
🔉
με καϊμάκι
🔉
κρεμώδης
🔉
kaymaklı dondurma
🔉
παγωτό με καϊμάκι (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱