Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
kaynak
🔉
πηγή (η)
🔉
προέλευση (η)
🔉
πόρος (ο)
🔉
συγκόλληση (η)
🔉
kaynak kişi
🔉
πληροφορητής (ο)
🔉
πηγή (η)
🔉
kaynak korozyonu
🔉
διάβρωση συγκόλλησης (η)
🔉
kaynak makinesi
🔉
μηχανή συγκόλλησης (η)
🔉
kaynak suyu
🔉
νερό πηγής (το)
🔉
kaynakça
🔉
βιβλιογραφία (η)
🔉
kaynakçacı
🔉
βιβλιογράφος (ο)
🔉
kaynakçı
🔉
συγκολλητής (ο)
🔉
βιβλιογράφος (ο)
🔉
kaynakçılık
🔉
συγκολλητική (η)
🔉
βιβλιογραφία (η)
🔉
kaynakhane
🔉
συγκολλητήριο (το)
🔉
εργαστήριο συγκόλλησης (το)
🔉
kaynaklanma
🔉
συγκόλληση (η)
🔉
συνένωση (η)
🔉
kaynaklanmak
🔉
συγκολλώμαι
🔉
συνενώνομαι
🔉
kaynaklı
🔉
με πηγή
🔉
τεκμηριωμένος
🔉
συγκολλημένος
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱