Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
kazık
🔉
πάσσαλος (ο)
🔉
παλούκι (το)
🔉
υπερβολική χρέωση (η)
🔉
kazık fren
🔉
φρένο πασσάλου (το)
🔉
kazık kök
🔉
πασσαλώδης ρίζα (η)
🔉
kazık marka
🔉
πασσαλωτό σημάδι (το)
🔉
kazıkazan
🔉
πασσαλοπήκτης (ο)
🔉
kazıkçı
🔉
κερδοσκόπος (ο)
🔉
απατεώνας (ο)
🔉
kazıkçılık
🔉
κερδοσκοπία (η)
🔉
απάτη (η)
🔉
kazıklama
🔉
πασσάλωση (η)
🔉
υπερχρέωση (η)
🔉
kazıklamak
🔉
πασσαλώνω
🔉
υπερχρεώνω
🔉
εξαπατώ
🔉
kazıklanma
🔉
πασσάλωση (η)
🔉
υπερχρέωση (η)
🔉
kazıklanmak
🔉
πασσαλώνομαι
🔉
υπερχρεώνομαι
🔉
εξαπατώμαι
🔉
kazıklayış
🔉
πασσάλωση (η)
🔉
υπερχρέωση (η)
🔉
kazıklı
🔉
πασσαλωτός
🔉
με πάσσαλους
🔉
kazıklı humma
🔉
πασσαλώδης πυρετός (ο)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱