Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
keşiş 🔉  

μοναχός (ο) 🔉  
kesiş 🔉  

τομή (η) 🔉  
διασταύρωση (η) 🔉  
kesişebilme 🔉  

δυνατότητα τομής (η) 🔉  
δυνατότητα διασταύρωσης (η) 🔉  
kesişebilmek 🔉  

μπορώ να τέμνομαι 🔉  
μπορώ να διασταυρώνομαι 🔉  
kesişen 🔉  

τεμνόμενος 🔉  
διασταυρούμενος 🔉  
keşişhane 🔉  

μοναστήρι (το) 🔉  
μονή (η) 🔉  
kesişiverme 🔉  

αιφνίδια τομή (η) 🔉  
ξαφνική διασταύρωση (η) 🔉  
kesişivermek 🔉  

τέμνομαι ξαφνικά 🔉  
διασταυρώνομαι ξαφνικά 🔉  
keşişleme 🔉  

μοναχισμός (ο) 🔉  
keşişlik 🔉  

μοναχισμός (ο) 🔉  
kesişme 🔉  

τομή (η) 🔉  
διασταύρωση (η) 🔉  
kesişmek 🔉  

τέμνομαι 🔉  
διασταυρώνομαι 🔉  
kesiştirme 🔉  

τομή (η) 🔉  
διασταύρωση (η) 🔉  
kesiştirmek 🔉  

τέμνω 🔉  
διασταυρώνω 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱