Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
kek
🔉
κέικ (το)
🔉
keka
🔉
αδελφός (ο)
🔉
keke
🔉
τραυλός (ο)
🔉
τραυλή (η)
🔉
kekeç
🔉
τραυλός (ο)
🔉
τραυλή (η)
🔉
kekeleme
🔉
τραύλισμα (το)
🔉
kekelemek
🔉
τραυλίζω
🔉
kekeleyiş
🔉
τραύλισμα (το)
🔉
kekelik
🔉
τραυλότητα (η)
🔉
kekeme
🔉
τραυλός (ο)
🔉
τραυλή (η)
🔉
kekemeleşme
🔉
εκτραυλισμός (ο)
🔉
kekemeleşmek
🔉
γίνομαι τραυλός
🔉
αρχίζω να τραυλίζω
🔉
kekemelik
🔉
τραυλότητα (η)
🔉
kekik
🔉
θυμάρι (το)
🔉
kekik yağı
🔉
αιθέριο έλαιο θυμαριού (το)
🔉
kekikli
🔉
με θυμάρι
🔉
θυμάρινος
🔉
kekleme
🔉
πασπάλισμα (το)
🔉
keklemek
🔉
πασπαλίζω
🔉
keklik
🔉
πέρδικα (η)
🔉
kekre
🔉
πικρός
🔉
στυφός
🔉
kekrelik
🔉
πικράδα (η)
🔉
στυφότητα (η)
🔉
kekremsi
🔉
πικριζών
🔉
στυφίζων
🔉
kekremsilik
🔉
πικριζίλα (η)
🔉
ελαφρά στυφότητα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱