Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
kemer
🔉
ζώνη (η)
🔉
ιμάντας (ο)
🔉
καμάρα (η)
🔉
Kemer
🔉
Κεμέρ (ο)
🔉
kemer bağlama
🔉
δέσιμο ζώνης (το)
🔉
kemer gözü
🔉
θηλιά ζώνης (η)
🔉
θηλάκι (το)
🔉
kemer patlıcanı
🔉
μελιτζάνα «κεμέρ» (η)
🔉
kemerci
🔉
ζωνάς (ο)
🔉
κατασκευαστής ζωνών (ο)
🔉
kemercilik
🔉
ζωνοποιία (η)
🔉
kemere
🔉
καμάρα (η)
🔉
kemerleme
🔉
ζωνάρισμα (το)
🔉
περιζώση (η)
🔉
kemerlemek
🔉
ζώνω
🔉
περιζώνω
🔉
kemerli
🔉
με ζώνη
🔉
καμαρωτός
🔉
kemerlik
🔉
θηλάκι ζώνης (το)
🔉
ζωνάρι (το)
🔉
kemersiz
🔉
χωρίς ζώνη
🔉
χωρίς καμάρα
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱