Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
keşik
🔉
βάρδια (η)
🔉
σκοπιά (η)
🔉
kesik
🔉
κομμένος
🔉
διακοπτόμενος
🔉
αποκομμένος
🔉
kesik hava
🔉
κομμένη ανάσα (η)
🔉
διακεκομμένη αναπνοή (η)
🔉
kesik kelime
🔉
αποκομμένη λέξη (η)
🔉
kesik Kerem
🔉
Κεσίκ Κερέμ
🔉
kesik kesik
🔉
κοφτά
🔉
διακεκομμένα
🔉
kesik koni
🔉
κολοβός κώνος (ο)
🔉
kesik piramit
🔉
κολοβή πυραμίδα (η)
🔉
kesik prizma
🔉
κολοβό πρίσμα (το)
🔉
keşikleme
🔉
βαρδιοποίηση (η)
🔉
οργάνωση βαρδιών (η)
🔉
keşikleşme
🔉
εναλλαγή βαρδιών (η)
🔉
keşikleşmek
🔉
εναλλάσσομαι σε βάρδιες
🔉
kesikli
🔉
διακεκομμένος
🔉
με διακοπές
🔉
kesiklik
🔉
διακοπή (η)
🔉
ασυνέχεια (η)
🔉
kesiksiz
🔉
αδιάκοπος
🔉
συνεχής
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱