Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
kesin
🔉
βέβαιος
🔉
οριστικός
🔉
ακριβής
🔉
kesin bilgi
🔉
βέβαιη πληροφορία (η)
🔉
kesin fiyat
🔉
οριστική τιμή (η)
🔉
kesin kayıt
🔉
οριστική εγγραφή (η)
🔉
kesinkes
🔉
απολύτως
🔉
οπωσδήποτε
🔉
kesinleme
🔉
οριστικοποίηση (η)
🔉
kesinlemek
🔉
οριστικοποιώ
🔉
kesinleşme
🔉
οριστικοποίηση (η)
🔉
παγίωση (η)
🔉
kesinleşmek
🔉
οριστικοποιούμαι
🔉
παγιώνομαι
🔉
kesinleştirebilme
🔉
δυνατότητα οριστικοποίησης (η)
🔉
kesinleştirebilmek
🔉
μπορώ να οριστικοποιήσω
🔉
kesinleştirme
🔉
οριστικοποίηση (η)
🔉
kesinleştirmek
🔉
οριστικοποιώ
🔉
παγιώνω
🔉
kesinlik
🔉
βεβαιότητα (η)
🔉
ακρίβεια (η)
🔉
οριστικότητα (η)
🔉
kesinlikle
🔉
οπωσδήποτε
🔉
ασφαλώς
🔉
απολύτως
🔉
kesinme
🔉
κόψιμο (το)
🔉
διακοπή (η)
🔉
kesinmek
🔉
κόβομαι
🔉
διακόπτομαι
🔉
kesinsizlik
🔉
αβεβαιότητα (η)
🔉
ανακρίβεια (η)
🔉
kesinti
🔉
διακοπή (η)
🔉
περικοπή (η)
🔉
kesintili
🔉
διακεκομμένος
🔉
με διακοπές
🔉
kesintisiz
🔉
αδιάλειπτος
🔉
συνεχής
🔉
kesintisiz güç kaynağı
🔉
αδιάλειπτη παροχή ισχύος (η)
🔉
UPS (το)
🔉
kesintisizlik
🔉
αδιάλειπτη λειτουργία (η)
🔉
συνέχεια (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱