Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
kişi 🔉  

πρόσωπο (το) 🔉  
άτομο (το) 🔉  
kişi başına 🔉  

κατά κεφαλήν 🔉  
kişi eki 🔉  

προσωπική κατάληξη (η) 🔉  
kişi zamiri 🔉  

προσωπική αντωνυμία (η) 🔉  
kişiler arası 🔉  

διαπροσωπικός 🔉  
kişiler arası ilişki 🔉  

διαπροσωπική σχέση (η) 🔉  
kişileşme 🔉  

προσωποποίηση (η) 🔉  
kişileşmek 🔉  

προσωποποιούμαι 🔉  
kişileştirme 🔉  

προσωποποίηση (η) 🔉  
kişileştirmek 🔉  

προσωποποιώ 🔉  
kişilik 🔉  

προσωπικότητα (η) 🔉  
πρόσωπο (το) 🔉  
kişilik dışı 🔉  

απρόσωπος 🔉  
εκτός προσωπικότητας 🔉  
kişilikli 🔉  

με προσωπικότητα 🔉  
προσωπικός 🔉  
kişiliklilik 🔉  

προσωπικότητα (η) 🔉  
kişiliksiz 🔉  

χωρίς προσωπικότητα 🔉  
άχρωμος 🔉  
kişiliksizlik 🔉  

έλλειψη προσωπικότητας (η) 🔉  
kişioğlu 🔉  

υιός ανθρώπου (ο) 🔉  
άνθρωπος (ο) 🔉  
kişisel 🔉  

προσωπικός 🔉  
ατομικός 🔉  
kişisel sergi 🔉  

ατομική έκθεση (η) 🔉  
kişiselleştirebilme 🔉  

δυνατότητα εξατομίκευσης (η) 🔉  
δυνατότητα προσωποποίησης (η) 🔉  
kişiselleştirebilmek 🔉  

μπορώ να εξατομικεύσω 🔉  
μπορώ να προσωποποιήσω 🔉  
kişiselleştirme 🔉  

εξατομίκευση (η) 🔉  
προσωποποίηση (η) 🔉  
kişiselleştirmek 🔉  

εξατομικεύω 🔉  
προσωποποιώ 🔉  
kişisellik 🔉  

προσωπικότητα (η) 🔉  
ατομικότητα (η) 🔉  
kişiye özel 🔉  

εξατομικευμένος 🔉  
κατά παραγγελίαν 🔉  
kişizade 🔉  

ευγενής (ο) 🔉  
αριστοκράτης (ο) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱