Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
kilit 🔉  

κλειδαριά (η) 🔉  
κλειδί (το) 🔉  
kilit dili 🔉  

γλώσσα κλειδαριάς (η) 🔉  
kilit mevki 🔉  

καίρια θέση (η) 🔉  
kilit nokta 🔉  

κομβικό σημείο (το) 🔉  
kilit sarma 🔉  

κλειδαριά κυλίνδρου (η) 🔉  
kilit taşı 🔉  

κλειδόλιθος (ο) 🔉  
kilit yeri 🔉  

θέση κλειδαριάς (η) 🔉  
kilitleme 🔉  

κλείδωμα (το) 🔉  
kilitlemek 🔉  

κλειδώνω 🔉  
kilitleniş 🔉  

κλείδωμα (το) 🔉  
kilitlenme 🔉  

κλείδωμα (το) 🔉  
kilitlenmek 🔉  

κλειδώνω 🔉  
κλειδώνομαι 🔉  
kilitletme 🔉  

κλείδωμα (το) 🔉  
kilitletmek 🔉  

βάζω να κλειδώσουν 🔉  
κλειδώνω 🔉  
kilitleyebilme 🔉  

δυνατότητα κλειδώματος (η) 🔉  
kilitleyebilmek 🔉  

μπορώ να κλειδώσω 🔉  
kilitli 🔉  

κλειδωμένος 🔉  
kilitlilik 🔉  

κλειδωμένη κατάσταση (η) 🔉  
kilitsiz 🔉  

χωρίς κλειδαριά 🔉  
ξεκλείδωτος 🔉  
kilitsiz küreksiz 🔉  

άνευ μέσων 🔉  
αβοήθητος 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱